Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Τέσσερα χρόνια από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: Πώς έχουν αλλάξει οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στην Ευρώπη; Η εικόνα στην Ελλάδα

Τέσσερα χρόνια από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία: Πώς έχουν αλλάξει οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στην Ευρώπη; Η εικόνα στην Ελλάδα

Ναταλία Κοντώση 

Το ενεργειακό τοπίο της Ευρώπης έχει αλλάξει ριζικά μέσα σε τέσσερα χρόνια. Το μερίδιο της Ρωσίας στις εισαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών προς την ΕΕ κατέρρευσε από περίπου 40% το 2021 σε μόλις 6% το 2025. Η δραματική αυτή ανατροπή ήταν άμεση συνέπεια της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και της απάντησης των Βρυξελλών, με διαδοχικά πακέτα κυρώσεων, εμπάργκο και μια επιθετική στρατηγική απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια.

Οι αγορές ενέργειας βρίσκονταν ήδη σε φάση έντονης αναταραχής πριν από τον Φεβρουάριο του 2022, ωστόσο ο πόλεμος λειτούργησε ως επιταχυντής της κρίσης, εκτινάσσοντας τη μεταβλητότητα και τις τιμές. Τα τελευταία δύο χρόνια καταγράφεται σχετική εξομάλυνση, με τις τιμές να εμφανίζουν μεγαλύτερη σταθερότητα σε επίπεδο χονδρικής.

Παρά τη σταθεροποίηση, οι λογαριασμοί για τα νοικοκυριά παραμένουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αισθητά υψηλότεροι σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την εισβολή, αποτυπώνοντας το μόνιμο αποτύπωμα που άφησε η ενεργειακή κρίση στο κόστος ζωής.

Τι αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Eurostat

Η Eurostat δημοσιεύει στοιχεία για τις τιμές ενέργειας δύο φορές τον χρόνο, με την πιο πρόσφατη επικαιροποίηση να καλύπτει το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Μεταξύ του πρώτου εξαμήνου του 2021 και του πρώτου εξαμήνου του 2025, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά 30%, από 22 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα (c€/kWh) σε 28,7 c€/kWh. Την ίδια περίοδο, οι τιμές φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 79%, από 6,4 c€/kWh σε 11,4 c€/kWh.

Ο Δείκτης Τιμών Ενέργειας Νοικοκυριών (HEPI), που καταρτίζεται από τους φορείς Energie-Control Austria, MEKH και VaasaETT, παρακολουθεί σε μηνιαία βάση τις τιμές ενέργειας στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Τα στοιχεία του Ιανουαρίου 2026 προσφέρουν το πιο πρόσφατο στιγμιότυπο για σύγκριση.

Σύμφωνα με τον HEPI, οι τελικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακούς καταναλωτές αυξήθηκαν κατά 5% στις πρωτεύουσες της ΕΕ μεταξύ Ιανουαρίου 2022 και Ιανουαρίου 2026. Ωστόσο, οι τιμές είχαν ήδη αρχίσει να αυξάνονται πριν από την εισβολή: μεταξύ Ιανουαρίου 2021 και Ιανουαρίου 2026, η αύξηση έφτασε το 38%.

Τα αντίστοιχα ποσοστά για την Ελλάδα ήταν αύξηση  37% στην 5ετία, ενώ σε εύρος τετραετίας καταγράφηκε μείωση 4%.

Σε αυτή την πενταετία, η άνοδος ήταν ιδιαίτερα έντονη σε αρκετές πόλεις, με τις τιμές να υπερδιπλασιάζονται στο Βίλνιους (102%). Αυξήσεις άνω του 60% καταγράφηκαν επίσης στο Βουκουρέστι (88%), στη Βέρνη (86%), στο Κίεβο (77%), στο Άμστερνταμ (75%), στη Ρίγα (74%), στις Βρυξέλλες (67%) και στο Λονδίνο (64%).

Μόνο δύο ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κατέγραψαν μειώσεις στο ίδιο διάστημα: η Κοπεγχάγη (-16%) και η Βουδαπέστη (-8%).

Μεταξύ των πρωτευουσών των πέντε μεγαλύτερων οικονομιών, το Λονδίνο (64%) και η Ρώμη (54%) σημείωσαν αξιοσημείωτες αυξήσεις. Η Μαδρίτη (13%) και το Βερολίνο (15%) κατέγραψαν τις μικρότερες αυξήσεις, ενώ το Παρίσι (31%) παρέμεινε κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Το ενεργειακό μείγμα

Ειδικοί του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκής Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής (IEECP) επισημαίνουν ότι το ενεργειακό μείγμα διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο επηρεάζονται οι χώρες.

Σε ορισμένες χώρες, όπως η Ισπανία, η αιολική, η ηλιακή και η υδροηλεκτρική ενέργεια αντιπροσωπεύουν μεγάλο μερίδιο της παραγωγής. Οι ειδικοί σημειώνουν επίσης ότι οι σκανδιναβικές χώρες επωφελούνται από ισχυρή παραγωγή ανανεώσιμων πηγών — συμπεριλαμβανομένων των υδροηλεκτρικών, της γεωθερμίας και της αιολικής ενέργειας — γεγονός που μειώνει την έκθεσή τους στη μεταβλητότητα των τιμών των ορυκτών καυσίμων.

Η σύγκριση μόνο του Ιανουαρίου 2022 με τον Ιανουάριο 2026 παρουσιάζει διαφορετική εικόνα, με αρκετές πόλεις να καταγράφουν μειώσεις, με επικεφαλής την Κοπεγχάγη (-44%).

Το Λονδίνο (-22%), η Μαδρίτη (-17%), το Βερολίνο (-14%) και η Ρώμη (-4%) κατέγραψαν επίσης μειώσεις σε αυτή την τετραετία, ενώ οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στο Παρίσι αυξήθηκαν κατά 21%.

Το Βίλνιους σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση εντός της ΕΕ (70%), ενώ το Κίεβο (87%) κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο συνολικά.

Οι μεταβολές αυτές αποτυπώνονται σε όρους ευρώ. Στις χώρες όπου χρησιμοποιούνται εθνικά νομίσματα, μέρος της μεταβολής ενδέχεται να οφείλεται και σε κινήσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

 

Οι τιμές φυσικού αερίου

Μεταξύ Ιανουαρίου 2022 και Ιανουαρίου 2026, οι τελικές τιμές φυσικού αερίου για οικιακούς καταναλωτές μειώθηκαν οριακά κατά 1% στις πρωτεύουσες της ΕΕ. Ορισμένες πόλεις κατέγραψαν σημαντικές μειώσεις, όπως το Βερολίνο (-41%), οι Βρυξέλλες (-40%) και η Αθήνα (-40%).

Άλλες κατέγραψαν απότομες αυξήσεις, με τη Ρίγα (89%) να προηγείται, ακολουθούμενη από τη Βαρσοβία (55%) και τη Λισαβόνα (55%).

Στοιχεία για τις τιμές φυσικού αερίου τον Ιανουάριο 2021 δεν είναι διαθέσιμα, με τον Νοέμβριο 2021 να αποτελεί την τελευταία δημοσίευση πριν από το 2022. Ακόμη και σε σύγκριση με τον Ιανουάριο 2022, τα παλαιότερα δεδομένα καταδεικνύουν πόσο απότομα αυξάνονταν ήδη οι τιμές πριν από την εισβολή της Ρωσίας.

Μεταξύ Νοεμβρίου 2021 και Ιανουαρίου 2026, οι τιμές φυσικού αερίου στις πρωτεύουσες της ΕΕ αυξήθηκαν κατά 24%.

Η Βαρσοβία κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο (88%), ακολουθούμενη από τη Μπρατισλάβα (85%), τη Λισαβόνα (77%) και την Πράγα (70%).

Ορισμένες πόλεις κατέγραψαν μειώσεις, με επικεφαλής το Κίεβο (-35%), ακολουθούμενο από το Βουκουρέστι (-33%) και τις Βρυξέλλες (-18%).

Μεταξύ των πρωτευουσών των μεγαλύτερων οικονομιών, το Λονδίνο (-13%) ήταν η μόνη που κατέγραψε μείωση.

Το Βερολίνο (39%) και το Παρίσι (28%) βρέθηκαν πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η αύξηση έφτασε το 16% στη Μαδρίτη και το 23% στη Ρώμη.

Η διετία της σταθερότητας

Όπως και στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, οι τιμές φυσικού αερίου εμφανίζουν σχετική σταθερότητα τα τελευταία δύο χρόνια, στις αρχές του 2026. Το Άμστερνταμ συγκαταλέγεται στις πιο ευμετάβλητες πόλεις κατά την αρχική φάση της ενεργειακής κρίσης.

Οι ερευνητές του IEECP απέδωσαν την άνοδο των τιμών φυσικού αερίου στην Ολλανδία στην αναστολή της παραγωγής στο κοίτασμα φυσικού αερίου του Groningen λόγω κινδύνων σεισμικότητας.

Πρόσθεσαν ότι ορισμένες χώρες, όπως η Γερμανία και η Αυστρία, εξαρτώνταν σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία, και ότι αυτή η εξάρτηση επηρέασε την εξέλιξη των τιμών κατά τη διάρκεια της κρίσης.



Πηγή: https://energypress.gr/




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ