Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα ίδια τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης έχουν οδηγήσει σε αυξήσεις των ενοικίων, καθώς τα ανακαινισμένα διαμερίσματα επανέρχονται στην αγορά με σημαντικά υψηλότερες τιμές.
Αποστάσεις από κρίσιμες προβλέψεις της Εθνικής Στρατηγικής για τη Στεγαστική Πολιτική που έχει τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, λαμβάνουν πολίτες και φορείς με τα περισσότερα σχόλια να επικεντρώνονται στις προτεινόμενες παρεμβάσεις για τη ρύθμιση της αγοράς ενοικίων και στα κίνητρα που προβλέπει το κυβερνητικό σχέδιο.
Το σημείο που συγκέντρωσε τις περισσότερες αντιδράσεις αφορά στην πρόταση να αξιοποιηθεί ένας δείκτης ποιότητας κατοικίας ως εργαλείο αναφοράς για τον καθορισμό ανώτατων ορίων μισθώματος ή άλλων ρυθμίσεων της αγοράς, κυρίως για παλαιά ή ενεργειακά υποβαθμισμένα ακίνητα.
Οι συμμετέχοντες στη διαβούλευση προειδοποιούν ότι η επιβολή πλαφόν στα ενοίκια μπορεί να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει η κυβέρνηση. Όπως επισημαίνουν, πολλοί ιδιοκτήτες θα επιλέξουν να αποσύρουν τα ακίνητά τους από την αγορά, καθώς το περιορισμένο μίσθωμα δεν θα καλύπτει πλέον το κόστος συντήρησης, επισκευών και φορολογικών επιβαρύνσεων. Η μείωση της προσφοράς κατοικιών, υποστηρίζουν, θα εντείνει ακόμη περισσότερο τη στεγαστική κρίση, οδηγώντας τελικά σε υψηλότερες πραγματικές τιμές ενοικίασης, παρά τη διοικητική συγκράτηση των ονομαστικών μισθωμάτων.
Αντίστοιχες ενστάσεις διατυπώνονται και για τη σύνδεση της ελεύθερης διαμόρφωσης των ενοικίων με την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών. Οι συμμετέχοντες στη διαβούλευση επισημαίνουν ότι δεν έχουν όλοι οι ιδιοκτήτες πρόσβαση στα προγράμματα «Εξοικονομώ» ή σε άλλα επιδοτούμενα σχήματα αναβάθμισης. Ως αποτέλεσμα, εκτιμούν ότι όσοι δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν τις απαιτούμενες εργασίες θα βρεθούν αντιμέτωποι με χαμηλότερα επιτρεπόμενα ενοίκια, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά για τη διάθεση των ακινήτων τους προς μίσθωση.
Οι αυξήσεις ενοικίων
Παράλληλα, αρκετά σχόλια υποστηρίζουν ότι τα ίδια τα προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης έχουν οδηγήσει σε αυξήσεις των ενοικίων, καθώς τα ανακαινισμένα διαμερίσματα επανέρχονται στην αγορά με σημαντικά υψηλότερες τιμές. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι κρατικές επιδοτήσεις βελτιώνουν την ποιότητα του κτιριακού αποθέματος, χωρίς όμως να διασφαλίζουν ότι οι κατοικίες παραμένουν προσιτές για τα νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα.
Αντί του πλαφόν στα μισθώματα, αρκετοί πολίτες προτείνουν διαφορετική κατεύθυνση πολιτικής. Ζητούν γενναία κίνητρα για την ανακαίνιση των χιλιάδων κλειστών κατοικιών, χωρίς εισοδηματικούς περιορισμούς για τους ιδιοκτήτες, υπό την προϋπόθεση ότι τα ακίνητα θα διατεθούν στη μακροχρόνια μίσθωση. Μάλιστα, προτείνεται μέρος της κρατικής επιδότησης να αποσβένεται σταδιακά μέσω του ενοικίου, ώστε να αυξάνεται η προσφορά κατοικιών και ταυτόχρονα να μειώνεται το στεγαστικό κόστος για τους οικονομικά ασθενέστερους.
Ένα ακόμη σημείο διαφοροποίησης αφορά τη φορολογική πολιτική. Στη διαβούλευση προτείνεται μέρος του φόρου που επιβάλλεται στα εισοδήματα από ενοίκια να επιστρέφει απευθείας στους ενοικιαστές σε μηνιαία βάση. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της πρότασης, η παρέμβαση αυτή θα είχε άμεσο αποτέλεσμα στη μείωση του πραγματικού κόστους στέγασης, ιδιαίτερα στις νέες μισθώσεις των μεγάλων αστικών κέντρων.
Οι παρεμβάσεις
Παρεμβάσεις κατατέθηκαν και για το σκέλος της αύξησης της προσφοράς κατοικιών. Πολίτες ζητούν πιο ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο για την αλλαγή χρήσης υφιστάμενων κτιρίων σε κατοικίες μακροχρόνιας μίσθωσης, καθώς και την επανεξέταση των περιορισμών για ορισμένες κατηγορίες αυθαιρέτων, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με χρονική δέσμευση ότι θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για μακροχρόνια κατοικία.
Παράλληλα, αρκετοί σχολιαστές θεωρούν ότι η κυβέρνηση υποτιμά τον αντίκτυπο του αυξημένου κόστους κατασκευής. Όπως επισημαίνουν, οι υψηλές τιμές οικοδομικών υλικών και εργασιών καθιστούν οικονομικά ασύμφορη την ανέγερση νέων κατοικιών, προτείνοντας ως εναλλακτική λύση την επιστροφή του ΦΠΑ στις οικοδομικές εργασίες και στα υλικά, ώστε να μειωθεί το κόστος των επενδύσεων και να ενισχυθεί η νόμιμη οικοδομική δραστηριότητα.
Τέλος, αρκετές παρεμβάσεις ασκούν κριτική και στη στόχευση των νέων κινήτρων, υποστηρίζοντας ότι δεν θα πρέπει να αφορούν αποκλειστικά μεγάλες εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων, αλλά να επεκταθούν και στα φυσικά πρόσωπα που επιθυμούν να κατασκευάσουν ή να μετατρέψουν ακίνητα σε κατοικίες μακροχρόνιας μίσθωσης. Όπως αναφέρουν, η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης απαιτεί ίσους όρους συμμετοχής για μικρούς και μεγάλους επενδυτές, καθώς και πολιτικές που θα αυξήσουν την προσφορά κατοικιών αντί να επιβάλουν πρόσθετους περιορισμούς στην αγορά.
