Μιχάλης Μαστοράκης
Την ολοκληρωμένη «ανάγνωση» και καταγραφή των ρίσκων που συνοδεύουν την εφοδιαστική αλυσίδα της αλυσίδας αξίας του CCS προκρίνουν ως προϋπόθεση οι emitters για να μπορέσει να ανοίξει σε όλο το εύρος και η συζήτηση για τα συμβόλαια επί της διαφοράς (CCfDs) που με την σειρά τους θα ανοίξουν πρακτικά τον δρόμο για τις τελικές επενδυτικές αποφάσεις.
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές με γνώση του θέματος, η ποσοτικοποίηση των ρίσκων που δύναται να προκύψουν κατά την ωρίμανση των έργων και με δεδομένο ότι πρόκειται για μια νέα τεχνολογία με μικρή έως καθόλου πρότερη εμπειρία στην ελληνική αγορά, συνιστά βασικό υλικό που με την σειρά του θα καθορίσει την προσέγγιση των εταιρειών κατά την διαπραγμάτευσή τους με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την διαμόρφωση του σχήματος CCfDs. «Χρειαζόμαστε full visibility του ρίσκου για να μιλήσουμε για CCfDs», όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά.
Αν και οι σχετικές συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, εντούτοις, τόσο οι emitters όσο και η EnEarth, φορέας υλοποίησης του έργου «Prinos CΟ2» και θυγατρική της Energean, φαίνεται να συμμερίζονται την προσέγγιση υπέρ μιας ενιαίας γραμμής προς το Υπουργείο σε ότι αφορά τα συμβόλαια επί της διαφοράς πράγμα που βέβαια προϋποθέτει να έχει προηγηθεί η προκαταρκτική εξέταση των ρίσκων που δύναται να προκύψουν στο σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Από την πλευρά τους, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, οι emitters έχουν προχωρήσει στην ανάθεση σχετικής μελέτης, τα αποτελέσματα της οποίας θα αξιοποιηθούν για την διαμόρφωση της πρότασης προς το Υπουργείο, με το γενικό χρονοδιάγραμμα να θέλει να σχεδιάζεται άμεσα μια πρώτη συνάντηση με την πολιτική ηγεσία προκειμένου να τεθούν, σε πρώτη τουλάχιστον φάση, οι βασικές γενικές γραμμές του σχήματος για να ακολουθήσει το αμέσως επόμενο διάστημα η περαιτέρω εξειδίκευση.
Σε κάθε περίπτωση, όπως υπογραμμίζουν πηγές της αγοράς με γνώση του θέματος, η πρωτοβουλία των κινήσεων στην παρούσα φάση ανήκει στην EnEarth ως operator της υπόγειας αποθήκης διοξειδίου του άνθρακα στον Πρίνο, με την ίδια να καλείται να τεκμηριώσει προτάσεις και μεθόδους διαχείρισης του ρίσκου. Ως προς τα ρίσκα αυτά αφορούν περιπτώσεις όπου μπορεί να αλλάξουν τα αρχικώς προσδιορισμένα δεδομένα όπως είναι η διαθεσιμότητα της αποθήκης, τυχόν καθυστερήσεις την υλοποίηση ή αλλαγές στην διαθέσιμη δυναμικότητα αποθήκευσης.
Σημειώνεται ότι αμφότερες οι δύο πλευρές, emitters και EnEarth βρίσκονται σε σταθερή επικοινωνία για την περαιτέρω ωρίμανση του εγχειρήματος με τα αμέσως επόμενα βήματα να αφορούν την κοινοποίηση στους emitters, πιθανά την προσεχή εβδομάδα, δύο σημαντικών κειμένων. Το πρώτο αφορά την «αρχικά εκτιμώμενη δυναμικότητα» όπου προσδιορίζεται και επιβεβαιώνεται η δυναμικότητα του Πρίνου σε πλήρη φάση ανάπτυξης για 2,8 εκατ. τόνους CO2 ετησίως. Σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία το εν λόγω κείμενο θα πρέπει να υποβληθεί στην ΕΔΕΥΕΠ ως αρμόδιος φορέας για το CCS, να ακολουθήσει δημόσια διαβούλευση τουλάχιστον 3 εβδομάδων και εν συνέχεια να εγκριθεί, συμπληρώνοντας την λίστα με τα κανονιστικά έγγραφα.
Το δεύτερο κείμενο αφορά στο «Joint Development Agreement» που με την σειρά του θα σημάνει την αντίστροφη μέτρηση για την προκήρυξη της πρώτης φάσης του market test. Σύμφωνα με τα υφιστάμενα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη την σχετική «γραφειοκρατική» διαδικασία που απαιτείται να ακολουθηθεί και σε αυτή την περίπτωση, η «δοκιμή αγοράς» αναμένεται να ξεκινήσει περί τα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου.
Επιπρόσθετα, η EnEarth σχεδιάζει να προχωρήσει στην "επικαιροποίηση" Άδειας Αποθήκευσης και ΑΕΠΟ, προκειμένου αυτά να καλύπτουν το σύνολο της δυναμικότητας μιας και τα υφιστάμενα αντίστοιχα εγκεκριμένα κείμενα αφορούν την πρώτη φάση ανάπτυξης του έργου με οριζόμενη αποθηκευτική ικανότητα περί το 1 εκατ. τόνους CO2 ετησίως. Σε αυτή την κατεύθυνση, η EnEarth σχεδιάζει να υποβάλει νέα αίτηση για την Άδεια Αποθήκευσης, ενώ θα κατατατεθεί νέα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που θα απαιτήσει νέα ΑΕΠΟ.
Συμπερασματικά, «κοινό τόπο» των συζητήσεων που διεξάγονται όλο αυτό το διάστημα και αναμένεται να ενταθούν το επόμενο διάστημα, συμπεριλαμβάνοντας και την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, αποτελεί η ανάγκη να τρέξουν οι σχετικές διαδικασίες προκειμένου να παραμείνει «ζωντανό» το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει την λήψη τελικών επενδυτών αποφάσεων από τους emitters για τα έργα τους μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2027.
Σε διαφορετική περίπτωση και ελλείψει βημάτων ωρίμανσης, ο κίνδυνος να παρεκκλίνει μερικώς το χρονοδιάγραμμα παραμένει υπαρκτός με καταληκτικό περιθώριο περί τα τέλη του 2027 όταν και τα έργα των emitters θα πρέπει να προσκομίσουν Final Investment Decision για να μην χάσουν την χρηματοδότηση του Innovation Fund.
Πηγή: https://energypress.gr/
