Κώστας Δεληγιάννης
Προ των πυλών βρίσκεται σύμφωνα με πληροφορίες η ανακοίνωση των έργων που θα ενταχθούν στο «Μπαταρίες στις επιχειρήσεις». Η ανακοίνωση της σχετικής λίστας επί της ουσίας θα πιστοποιήσει τις εξαιρετικά «χαμηλές πτήσεις» του προγράμματος, καθώς με βάση τις ίδιες πληροφορίες, επιδότηση θα «κλειδώσει» ένα χαρτοφυλάκιο μόλις 24 MW.
Ενδεικτικό της μικρής εμβέλειας που θα έχει τελικά το πρόγραμμα είναι το γεγονός ότι είχαν υποβληθεί συνολικά 568 αιτήματα από επιχειρήσεις για ένταξη, με την ισχύ των έργων να φτάνει αθροιστικά περί τα 105 MW. Ωστόσο, οι περισσότεροι φάκελοι αποδείχθηκαν τελικά ελλιπείς ως προς την ικανοποίηση των όρων της προκήρυξης, με συνέπεια να λάβει τελικά επιδότηση μόλις το 23% των σταθμών (με όρους ισχύος) που διεκδίκησαν επιχορήγηση.
Το τελικό αποτέλεσμα δείχνει ακόμη πιο... αναιμικό, αν συγκριθεί με τις αρχικές εκτιμήσεις για τις δυνατότητες του προγράμματος, καθώς, όπως αναφερόταν στην προκήρυξη, το «ταβάνι» είχε τεθεί κατ’ ελάχιστον στα 333 MW χωρητικότητας συστημάτων αποθήκευσης, που θα έμπαιναν στην «πρίζα» μέσα από αυτή την διαδικασία. Συγκεκριμένα η προκήρυξη ανέφερε: «εκτιμάται ότι στο πλαίσιο του Προγράμματος τουλάχιστον 333 MW χωρητικότητας Συστημάτων Αποθήκευσης θα προστεθούν στο δίκτυο».
Εντούτοις, η τελική εικόνα κατέληξε διαφορετική, επιβεβαιώνοντας τις αρχικές εκτιμήσεις στελεχών του κλάδου, για περιορισμένη ανταπόκριση της αγοράς. Υπενθυμίζεται ότι παρά το ότι οι αιτήσεις υπάγονταν στη βάση της άμεσης αξιολόγησης FIFO (First In – First Out) και θα εντάσσονταν μέχρι εξαντλήσεως του διαθέσιμου προϋπολογισμού, τελικά επελέγη η λύση της δημοσίευσης αποκλειστικά μίας τελικής λίστας, με το σύνολο των έργων που προκρίθηκαν.
Ωστόσο και αυτή η λύση «έπεσε θύμα» στην πορεία αρκετών παλινωδιών και καθυστερήσεων. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι στο πρόγραμμα έχουν δοθεί έξι παρατάσεις, για την υποβολή αιτήσεων και την κατάθεση δικαιολογητικών, όπως και στη διάρκεια υλοποίησής του.
Η συνέπεια είναι όσα έργα τελικά προκρίθηκαν να πρέπει να αποδυθούν σε αγώνα δρόμου για να προλάβουν τη διορία του τέλους Ιουνίου, εντός της οποίας θα πρέπει να έχουν συνδεθεί στο δίκτυο, αφού η επιδότηση θα προέλθει από το Ταμείο Ανάκαμψης. Έτσι, αν δεν επεκταθεί η εν λόγω διορία, τότε με την έκδοση της λίστας των προκριθέντων σταθμών και με την υπόθεση ότι αυτά θα λάβουν άμεσα όρους σύνδεσης από τον ΔΕΔΔΗΕ, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να προχωρήσουν χωρίς χρονοτριβή στην παραγγελία της μπαταρίας.
Αν η μπαταρία υπάρχει σε στοκ από τους εγχώριους προμηθευτές, τότε η προμήθειά της θα γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αν αντίθετα θα πρέπει να εισαχθεί από την Κίνα, τότε θα χρειαστεί ένας περίπου μήνας πριν η μονάδα αποθήκευσης παραδοθεί στον αγοραστή της. Κάτι που σημαίνει πως τα χρονικά περιθώρια είναι εξαιρετικά στενά για να τηρηθεί η προθεσμία του τέλους Ιουνίου.
Ακόμη πιο περίπλοκα είναι όμως τα δεδομένα στην περίπτωση που κάποιες από τις αιτήσεις που θα εγκριθούν, προβλέπουν την παράλληλη εγκατάσταση και φωτοβολταϊκού. Σύμφωνα μάλιστα με παράγοντες της αγοράς, σε αυτό το σενάριο δύσκολα μέχρι τα τέλη Ιουνίου η επιχείρηση θα έχει προλάβει να υπογράψει σύμβαση net-billing με ΦοΣΕ και προμηθευτή. Έτσι, εκτιμάται πως η προθεσμία του τέλους Ιουνίου θα απεμπλακεί από την εγκατάσταση του φωτοβολταϊκού, ώστε να θεωρείται πως έχει τηρηθεί αρκεί να έχει συνδεθεί μόνο η μπαταρία.
Υπενθυμίζεται ότι ο προϋπολογισμός του προγράμματος ανερχόταν σε 153 εκατ. ευρώ περίπου, αποσκοπώντας στην επιχορήγηση επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως μεγέθους και κλάδου οικονομικής δραστηριότητας, για την εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης σε φωτοβολταϊκά συστήματα (όπου επιδοτείται αποκλειστικά το σύστημα αποθήκευσης) ή για την εγκατάσταση συστήματος αποθήκευσης σε ήδη υφιστάμενα ενεργά φωτοβολταϊκά συστήματα (όπου επιδοτείται πάλι αποκλειστικά το σύστημα αποθήκευσης).
Σύμφωνα με την προκήρυξη, η ένταση της ενίσχυσης είχε οριστεί σε 50% για μικρές επιχειρήσεις, 40% για μεσαίες επιχειρήσεις και 30% για μεγάλες επιχειρήσεις. Το συνολικό ύψος της ενίσχυσης που θα λάβει κάθε δικαιούχος υπολογίζεται σε επίπεδο ενιαίας επιχείρησης και δεν μπορεί να υπερβαίνει για τις κύριες δαπάνες τα 400.000 ευρώ ανά δικαιούχο.
Πηγή: https://energypress.gr/
