Ναταλία Κοντώση
Οι ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας συμπεριφέρονται με τρόπους που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα φαίνονταν σχεδόν αδιανόητοι. Ορισμένες ημέρες, οι τιμές πέφτουν τόσο χαμηλά κάτω από το μηδέν ώστε οι παραγωγοί ουσιαστικά πληρώνουν για να διαθέσουν ηλεκτρική ενέργεια. Άλλες φορές, εκτινάσσονται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με συνέπειες για τις οικονομίες και την πολιτική.
Τα πρόσφατα γεγονότα ανέδειξαν μια δομική πραγματικότητα στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος: παρά τη ραγδαία αύξηση των ανανεώσιμων πηγών, οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν στενά συνδεδεμένες με το φυσικό αέριο.
Σε Γερμανία, οι χονδρικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας κατέρρευσαν πρόσφατα σε ιστορικό χαμηλό, φτάνοντας τα -413,88 ευρώ ανά μεγαβατώρα, κατά τη διάρκεια ενός ηλιόλουστου και ανεμώδους Σαββατοκύριακου. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, οι τιμές εκτοξεύθηκαν ξανά, καθώς χρειάστηκε να ενεργοποιηθούν μονάδες φυσικού αερίου για να καλυφθούν τα κενά στην προσφορά. Η αντίθεση αυτή αποτυπώνει ένα παράδοξο: η Ευρώπη παράγει περισσότερη καθαρή ενέργεια από ποτέ, αλλά το σύστημα τιμολόγησης εξακολουθεί να ενισχύει το κόστος των ορυκτών καυσίμων.
Το σύστημα της οριακής τιμολόγησης
Στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής βρίσκεται το σύστημα της «οριακής τιμολόγησης», ο μηχανισμός που χρησιμοποιείται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο για τον καθορισμό των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας. Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, όλοι οι παραγωγοί — είτε πρόκειται για αιολικά πάρκα, πυρηνικούς σταθμούς ή μονάδες φυσικού αερίου — πληρώνονται την ίδια τιμή: το κόστος της ακριβότερης μονάδας που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το φυσικό αέριο συχνά καθορίζει την τιμή. Οι ανανεώσιμες πηγές, όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, προσφέρουν χαμηλές τιμές επειδή δεν έχουν κόστος καυσίμου. Όταν όμως δεν επαρκούν για να καλύψουν τη ζήτηση — για παράδειγμα τη νύχτα ή όταν δεν φυσάει — οι διαχειριστές δικτύου στρέφονται σε μονάδες φυσικού αερίου. Οι υψηλότερες τιμές αυτών των μονάδων καθορίζουν τελικά την τιμή για όλους.
Όπως επισημαίνουν σε ανάλυσή τους και οι Financial Times το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου ακόμη και η φθηνή ανανεώσιμη ενέργεια πωλείται σε τιμές που καθορίζονται από το φυσικό αέριο. Αυτό μπορεί να είναι ευνοϊκό για τους παραγωγούς, αλλά επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Εξηγεί επίσης γιατί γεωπολιτικές κρίσεις που επηρεάζουν το φυσικό αέριο μεταφέρονται άμεσα στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Το πρόβλημα
Οι πολιτικοί ηγέτες αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο το πρόβλημα. Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, δήλωσε πρόσφατα ότι η χώρα πρέπει να «απεξαρτηθεί από το roller coaster των ορυκτών καυσίμων». Η κυβέρνησή του πρότεινε μέτρα για τη μείωση της επιρροής του φυσικού αερίου στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, αν και οι ίδιες οι προβλέψεις της δείχνουν ότι το αέριο θα συνεχίσει να καθορίζει τις τιμές περίπου στο 50% των περιπτώσεων έως το 2030.
Η αποσύνδεση αυτή αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη.
Οι λύσεις στο τραπέζι
Μία από τις ιδέες που έχουν συζητηθεί είναι ο επανασχεδιασμός των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Οι προτάσεις περιλαμβάνουν τη δημιουργία περιφερειακών ζωνών τιμολόγησης, τον διαχωρισμό της αγοράς σε «πράσινη» και «συμβατική», ή ακόμη και την εφαρμογή συστήματος όπου κάθε παραγωγός πληρώνεται την τιμή που προσφέρει.
Ωστόσο, αυτές οι ιδέες αντιμετωπίζουν ισχυρές αντιδράσεις. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το σημερινό σύστημα, παρά τις αδυναμίες του, παρέχει σαφή σήματα τιμών και ενθαρρύνει την αποδοτική λειτουργία της αγοράς. Η αλλαγή του θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρεβλώσεις ή αύξηση των τιμών.
Ο ενεργειακός κλάδος επίσης αντιτίθεται σε ριζικές αλλαγές. Η Eurelectric υποστηρίζει ότι το υπάρχον μοντέλο ήδη συμβάλλει στη μείωση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο, καθώς η αυξανόμενη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών μειώνει τις ώρες λειτουργίας των μονάδων αερίου.
Υπάρχουν ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Με υψηλή συμμετοχή αιολικής και ηλιακής ενέργειας, χρησιμοποιεί μονάδες φυσικού αερίου πολύ λιγότερο συχνά από χώρες όπως η Ιταλία, γεγονός που οδηγεί σε χαμηλότερες μέσες τιμές.
Ωστόσο, ακόμη και εκεί, όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές μειώνεται, το φυσικό αέριο επανέρχεται στο προσκήνιο και οι τιμές αυξάνονται. Αυτό δείχνει ότι όσο το αέριο παραμένει το βασικό «εφεδρικό» καύσιμο, θα συνεχίσει να επηρεάζει τις τιμές.
Σταδιακή προσέγγιση
Αντί για ριζικές αλλαγές, πολλές κυβερνήσεις επιλέγουν πιο σταδιακές λύσεις. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, επεκτείνεται το σύστημα συμβολαίων διαφοράς, το οποίο εξασφαλίζει σταθερές τιμές για τους παραγωγούς ανανεώσιμης ενέργειας, περιορίζοντας την έκθεσή τους στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δίνει έμφαση στην επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης. Όσο αυξάνεται η παραγωγή από καθαρές πηγές, τόσο λιγότερο συχνά θα απαιτείται το φυσικό αέριο.
Παράλληλα, επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας και δίκτυα μεταφοράς θεωρούνται κρίσιμες για τη σταθεροποίηση του συστήματος. Οι μπαταρίες, που έχουν γίνει σημαντικά φθηνότερες, μπορούν να αποθηκεύουν ενέργεια και να μειώνουν την ανάγκη για αέριο όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές μειώνεται.
Ωστόσο, αυτές οι επενδύσεις έχουν κόστος, το οποίο συχνά μετακυλίεται στους καταναλωτές. Έτσι, τα οφέλη από τη φθηνότερη παραγωγή μπορεί να αντισταθμίζονται εν μέρει από αυξημένες δαπάνες υποδομών.
Ανάμεσα σε δύο κόσμους
Πέρα από το επίπεδο των τιμών, η αστάθεια αποτελεί επίσης σημαντικό πρόβλημα. Οι έντονες διακυμάνσεις δημιουργούν αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και επενδυτές. Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι οι ανανεώσιμες πηγές προσφέρουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα: μεγαλύτερη σταθερότητα και προστασία από τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών καυσίμων.
Παρόλα αυτά, η μετάβαση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Οι ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκονται ανάμεσα σε δύο κόσμους: το παλαιό σύστημα των ορυκτών καυσίμων και το νέο των ανανεώσιμων πηγών.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που μπορεί να παράγει τόσο αρνητικές τιμές όσο και ακραίες αυξήσεις — συχνά μέσα στην ίδια εβδομάδα. Η πρόκληση για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι όχι μόνο να επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση, αλλά και να προσαρμόσουν τις αγορές σε αυτήν.
Δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Η αλλαγή του συστήματος ενέχει κινδύνους, ενώ η διατήρησή του αφήνει τους καταναλωτές εκτεθειμένους στις διακυμάνσεις του φυσικού αερίου. Το πιθανότερο είναι ότι η πορεία προς τα εμπρός θα περιλαμβάνει έναν συνδυασμό σταδιακών μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να κατέβει άμεσα από το «τρενάκι» των τιμών του φυσικού αερίου. Μπορεί όμως, με τον χρόνο, να κάνει τη διαδρομή πολύ λιγότερο ασταθή.
Πηγή: https://energypress.gr/