Μιχάλης Μαστοράκης
A-
Την επιτάχυνση των επόμενων βημάτων για την ωρίμανση του σχεδίου ενεργειακής αξιοποίησης των απορριμμάτων αναμένεται να σηματοδοτήσει η επικείμενη έγκριση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
Ειδικότερα, όπως επισήμανε, μεταξύ άλλων, ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων του ΥΠΕΝ, Μανώλης Γραφάκος, μιλώντας σε εκδήλωση της ΡΑΑΕΥ με θέμα «Ενεργειακή Αξιοποίηση Στην Ελλάδα – Από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή: Κόστος, Ρυθμιστική Εποπτεία και Κοινωνική Αποδοχή», η διαδικασία βρίσκεται προς ολοκλήρωση με το τελικό κείμενο να επιφυλάσσει αλλαγές σε σχέση με το draft που είχε παρουσιαστεί στη δημόσια διαβούλευση.
Αρχικά, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, όπως αναφέρουν πηγές με γνώση του θέματος, αφουγκράστηκε την πλειοψηφία των παρατηρήσεων και επισημάνσεων της αγοράς σε ποσοστό πάνω από 60%, αναγνωρίζοντας την ανάγκη να συγκροτηθεί ένα συμπαγές πλαίσιο που θα επιτρέψει την αποτελεσματική υλοποίηση και λειτουργία των σχεδιαζόμενων έργων.
Ως γνωστόν, οι ενστάσεις της αγοράς αφορούσαν την χωροθέτηση των έξι σχεδιαζόμενων μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης απορριμμάτων, τις αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο, τον οικονομικό καταμερισμό των επενδύσεων και την ανάγκη να μην υπάρξουν «παρατράγουδα» σε βάρος της κυκλικής οικονομίας με σειρά απορριμμάτων να καταλήγει σε καύση χωρίς να χρειάζεται.
Με τις ΜΠΕ τα "οικόπεδα" των μονάδων
Ως προς το κομμάτι της χωροθέτησης, η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων «τοποθετεί» τις μονάδες σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας με την περαιτέρω εξειδίκευση να παραπέμπεται βάσει νόμου στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) κάθε έργου. Από την πλευρά του ο Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΝ διευκρίνισε ότι δεν προκύπτει θέμα «μπερδέματος» στην διαχείριση των αποβλήτων, με τα σύμμεικτα να μένουν «εκτός εξίσωσης» σε συμμόρφωση και με τις σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες και κανονισμούς.
Το δίκτυο των 6 μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης Απορριμματογενών Ενεργειακών Πρώτων Υλών (ΑΕΠΥ) από Αστικά Στέρεα Απόβλητα (ΑΣΑ) στόχο έχει να απορροφήσει τα μη ανακυκλώσιμα υπολείμματα και μόνο, μέγεθος που υπολογίζεται περί το 20-25% των απορριμμάτων. Το εν λόγω νούμερο προκύπτει ως το υπόλοιπο από το ποσοστό ανακύκλωσης με την επικείμενη ΣΜΠΕ να έχει αρχικά πρόβλεψη για 65% και το Υπουργείο να εξετάζει την περαιτέρω αύξηση του στο 70% στο τελικό κείμενο, σε μια προσπάθεια να «προλάβει» τυχόν σχετική αναθεώρηση του ευρωπαϊκού πλαισίου τα επόμενα χρόνια.
Η παράμετρος της διαστασιολόγησης
Σε κάθε περίπτωση, η σαφής οριοθέτηση του αντικειμένου των μονάδων καθορίζει κατ’ αναλογία και το μέγεθος των μονάδων, με το ΥΠΕΝ να θέλει να κινηθεί στις αναγκαίες διαστάσεις, αποφεύγοντας τυχόν υπερδιαστασιολόγηση των μονάδων, γεγονός που θα κατέληγε σε βάρος του συνόλου της εφοδιαστικής αλυσίδας διαχείρισης των αποβλήτων.
Ενδεικτικά, η ΡΑΑΕΥ υπογραμμίζει, όπως ανέφερε, μεταξύ άλλων, η Αΐντα Ανθούλη, Προϊσταμένη της Διεύθυνσης του Αντιπροέδρου του κλάδου αποβλήτων της ΡΑΑΕΥ, ότι μονάδες με μεγαλύτερη δυναμικότητα από τις πραγματικές ποσότητες υπολειμματικών αποβλήτων ενδέχεται να δημιουργήσουν ανάγκη για εγγυημένες ποσότητες τροφοδοσίας, μακροχρόνιες δεσμεύσεις και τελικά συνθήκες lock-in. Αυτό θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ανακύκλωση και να υπονομεύσει τους στόχους πρόληψης, διαλογής στη πηγή και εκτροπής βιοαποβλήτων.
Η απόσταση με τους ευρωπαϊκούς στόχους
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι οι παραπάνω στόχοι συμμορφώνονται με τους δεσμευτικούς ποσοτικούς στόχους, όπως ισχύουν με βάση την Οδηγία-Πλαίσιο για τα Απόβλητα, με την Ελλάδα να καλείται να μειώσει τα προς ταφή απορρίμματα σε κάτω από 10% το 2035 όταν το αντίστοιχο ποσοστό σήμερα είναι περί το 80% με μόλις 20% να καταλήγει σε ανακύκλωση.
Οι σχετικοί ενδιάμεσοι στόχοι προβλέπουν επαναχρησιμοποίηση ή ανακύκλωση στο 60% το 2030 και 65% στο 2035 με την ενεργειακή αξιοποίηση να καταλαμβάνει, όπως προαναφέρθηκε, ένα ποσοστό της τάξης του 20-25%.
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι η Ελλάδα καλείται να διανύσει σημαντική απόσταση για να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο με τις τρέχουσες επιδόσεις να απέχουν σημαντικά. Ενδεικτικά, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για την ταφή αστικών στερεών αποβλήτων διαμορφώθηκε στο 23,2% το 2022 με αντίστοιχο νούμερο σε ανακύκλωση και κομποστοποίηση να φτάνει στο 49,6%, όταν η Ελλάδα μετράει περίπου 21%. Την εικόνα συμπληρώνει η παντελής έλλειψη ενεργειακής αξιοποίησης απορριμμάτων στην Ελλάδα με την ΕΕ να μετράει αντίστοιχο μέσο όρο στο 27,2% παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα.
Τα επόμενα βήματα: Ρυθμιστικό πλαίσιο, σχήμα στήριξης και gate fee
Σε κάθε περίπτωση, η έγκριση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων δύναται να αποτελέσει «ορόσημο» για την ωρίμανση του project με τα επόμενα βήματα να αποτελούν η διαμόρφωση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου, καθώς και η υποβολή σχετικού φακέλου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την έγκριση του σχήματος ενίσχυσης βάσει του οποίου θα αποζημιώνονται οι μονάδες για την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια.
Η έτερη οικονομική «ενίσχυση» των μονάδων αφορά στο λεγόμενο «gate fee», δηλαδή το τέλος που θα καταβάλλεται για την παραλαβή και διαχείριση των απορριμμάτων. Η δυσκολία, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές με γνώση του θέματος, είναι η εύρεση της κατάλληλης ισορροπίας ώστε από την μία να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα της επένδυσης και από την άλλη να μην προκύπτει υπέρμετρη επιβάρυνση για τον τελικό καταναλωτή που θα κληθεί να πληρώσει το gate fee μέσα από τα δημοτικά τέλη.
«Το κόστος θα πρέπει να είναι δίκαιο και ανταποδοτικό, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα βιώσιμες επενδύσεις, καθώς διαφορετικά δεν πρόκειται να προχωρήσει τίποτα», σημείωσε χαρακτηριστικά ο Αντιπρόεδρος της ΡΑΑΕΥ και επικεφαλής του Κλάδου Αποβλήτων, Κωνσταντίνος Αραβώσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, όπως υπογραμμίστηκε σχετικά, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχειρεί τις τελευταίες «πινελιές» στη ΣΜΠΕ με σκοπό να αποφύγει τυχόν υπερδιαστασιολογήσεις και λοιπές λαθεμένες εκτιμήσεις που στο τέλος της ημέρας θα αυξήσουν «αδικαιολόγητα» το τελικό κόστος, παρασέρνοντας αναλόγως σε δυσανάλογα και ακατάλληλα ύψη τόσο το σχήμα στήριξης όσο και το gate fee, χωρίς αυτά εν τέλει να απαντούν στην δεδομένη ελληνική πραγματικότητα και τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς.
Σε κάθε περίπτωση, όπως ανέφερε ο Γιώργος Ηλιόπουλος Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΕΕΔΣΑ), αν και η εν λόγω εφοδιαστική αλυσίδα για την διαχείριση των αποβλήτων συνεπάγεται ένα πρόσθετο κόστος, εντούτοις, αυτό είναι συγκριτικά σημαντικά μικρότερο από το «do nothing», δηλαδή την σημερινή κατάσταση που η χώρα φτάνει να πληρώνει ετησίως για την ταφή των απορριμμάτων περί τα 320 εκατομμύρια ευρώ συνολικά κατ’ έτος.
Το σχέδιο των έξι μονάδων
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, το σχέδιο του ΥΠΕΝ, όπως θα αποτυπώνεται και στη ΣΜΠΕ, προβλέπει την δημιουργία δικτύου 6 μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης Απορριμματογενών Ενεργειακών Πρώτων Υλών (ΑΕΠΥ) από Αστικά Στέρεα Απόβλητα (ΑΣΑ). Η τροφοδοσία των μονάδων θα γίνεται από υπολείμματα και δευτερογενή καύσιμα (RDF/SRF) μετά από επεξεργασία σε Μονάδες Επεξεργασίας Απορριμμάτων και Μονάδες Ανάκτησης Ανακύκλωσης (ΜΕΑ/ΜΑΑ).
Επιπρόσθετα, η χωρική κατανομή των μονάδων γίνεται σε 4 διαχειριστές ενότητες με την συνολική τους δυναμικότητα να προσδιορίζεται στους 1,18 εκατ. τόνους/έτος, ενώ θα παράγουν συνολικά 1.033 GWh ηλεκτρικής ενέργειας, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 2% της εθνικής ετήσιας κατανάλωσης, όπως εκτιμάται στο ισοζύγιο ηλεκτρισμού του ΑΔΜΗΕ για το 2030.
Πηγή: https://energypress.gr/