των Ιωάννας Τουφεξή, Ανδρέα Παπαστάθη
Γιατί η εν λόγω δικαστική κρίση αφορά άμεσα την αγορά
Η απόφαση 880/2026 δεν είναι μόνο μία σημαντική κρίση περιβαλλοντικού δικαίου. Για developers, επενδυτές και χρηματοδότες αγγίζει άμεσα τρεις κρίσιμες παραμέτρους: το χρονοδιάγραμμα ωρίμανσης των έργων, την ασφάλεια της αδειοδοτικής διαδρομής και τη χρηματοδοτική τους βιωσιμότητα και επιδεξιότητα (bankability). Σε έναν κλάδο με υψηλό αρχικό κόστος, πολυετείς κύκλους ανάπτυξης και αυξημένη έκθεση σε ρυθμιστικό κίνδυνο, η σειρά με την οποία ολοκληρώνονται ο χωροταξικός και περιβαλλοντικός σχεδιασμός και ακολουθεί η ερευνητική δραστηριότητα αποκτά πλέον σαφή επιχειρηματική διάσταση.
Η υπεράκτια αιολική ενέργεια παραμένει βασικός πυλώνας της ενεργειακής μετάβασης, καθώς συνδέεται με την απανθρακοποίηση, τους κλιματικούς στόχους και την ενεργειακή ασφάλεια. Η απόφαση 880/2026 δεν βάζει «φρένο» σε αυτή την κατεύθυνση. Θέτει, όμως, ένα κρίσιμο νομικό και επενδυτικό όριο: η επιτάχυνση δεν μπορεί να προηγείται του στρατηγικού χωροταξικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού, ιδίως σε θαλάσσιες περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας. Για την αγορά, το ερώτημα είναι πλέον αν το ελληνικό offshore pipeline μπορεί να προχωρήσει με τρόπο ταυτόχρονα ταχύ, νομικά ανθεκτικό και χρηματοδοτήσιμο.
Τα πιλοτικά Υπεράκτια Αιολικά Πάρκα (ΥΑΠ) αποτελούν την πρώτη φάση εφαρμογής του θεσμικού πλαισίου του ν. 4964/2022 για την ανάπτυξη της υπεράκτιας αιολικής ενέργειας στην Ελλάδα. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκαν δύο πιλοτικά έργα συνολικής ισχύος περίπου 600 MW στη θαλάσσια περιοχή βορειοανατολικά της Σαμοθράκης.
Η σημασία των δύο έργων είναι ευρύτερη από την ισχύ τους. Αποτελούν το πρώτο πραγματικό market test του νέου καθεστώτος αδειοδότησης των υπεράκτιων αιολικών, καθώς πάνω τους δοκιμάζονται στην πράξη οι γεωτεχνικές, περιβαλλοντικές και ανεμολογικές έρευνες, αλλά και η συνοχή της αδειοδοτικής ακολουθίας. Η πορεία τους επηρεάζει, συνεπώς, όχι μόνο τα ίδια τα projects αλλά και την αξιοπιστία και τον ρυθμό ανάπτυξης του ευρύτερου ελληνικού offshore προγράμματος.
Το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο Αθηνών έκανε δεκτή την αίτηση ακύρωσης του Δήμου Σαμοθράκης και ακύρωσε την απόφαση της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων Α.Ε. (ΕΔΕΥΕΠ) που συνδεόταν με τις άδειες έρευνας των δύο πιλοτικών έργων. Η απόφαση δεν ακυρώνει οριστικά τα έργα, ούτε τις ίδιες τις άδειες έρευνας, αλλά μεταφέρει την υπόθεση στο επόμενο δικαστικό και διοικητικό στάδιο, αναστέλλοντας ουσιαστικά την πρόοδό τους.
Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση 880/2026 υπερβαίνει το στενό πλαίσιο της συγκεκριμένης διαφοράς: θέτει το ευρύτερο ερώτημα μέχρι ποίου σημείου μπορεί να επιταχύνεται η ανάπτυξη έργων ενεργειακής μετάβασης χωρίς να υποχωρούν οι θεμελιώδεις εγγυήσεις περιβαλλοντικής προστασίας. Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι «ΑΠΕ ή περιβάλλον». Είναι εάν η επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης μπορεί να συνδυαστεί με έναν σαφή και προβλέψιμο σχεδιασμό, ικανό να αντέχει τόσο στον δικαστικό έλεγχο όσο και στις απαιτήσεις των επενδυτών και των χρηματοδοτών.
Γιατί η απόφαση υπερβαίνει τα δύο πιλοτικά έργα
Η απόφαση δεν κρίνει αντισυνταγματικό το σύνολο του θεσμικού πλαισίου για τα υπεράκτια αιολικά, αλλά ακύρωσε την πράξη της ΕΔΕΥΕΠ που είχε απορρίψει την ενδικοφανή προσφυγή του Δήμου, με συνέπεια να ανατραπεί και η βάση πάνω στην οποία στηρίζονταν οι σχετικές άδειες έρευνας. Η βαρύτητά της βρίσκεται στο εξής: είναι μία από τις πρώτες δικαστικές κρίσεις που ερμηνεύουν στην πράξη τον ν. 4964/2022 και, κατ’ επέκταση, οριοθετούν τη σειρά με την οποία πρέπει να εξελίσσονται χωροθέτηση, στρατηγική περιβαλλοντική αξιολόγηση και έρευνα. Για την αγορά, αυτή η σειρά δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα διοικητικής νομιμότητας, αλλά και παράμετρος project risk.
Το κρίσιμο νομικό συμπέρασμα- μήνυμα προς την αγορά: ενεργειακή μετάβαση υπό περιβαλλοντικές εγγυήσεις
Το Δικαστήριο δεν απορρίπτει την ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών ως ενεργειακή πολιτική ούτε αμφισβητεί συνολικά τον ν. 4964/2022. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι η ανάπτυξη των ΑΠΕ αποτελεί θεμιτό εθνικό και ενωσιακό στόχο και ότι η υπεράκτια αιολική ενέργεια εντάσσεται στον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης.
Η κρίσιμη ένσταση αφορά τον τρόπο εφαρμογής του πλαισίου. Το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι οι διατάξεις, κατά το μέρος που επιτρέπουν τη χορήγηση άδειας έρευνας χωρίς να έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη οριοθέτηση, η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και η συνακόλουθη δημόσια διαβούλευση, έρχονται σε αντίθεση με την συνταγματική κατοχύρωση της περιβαλλοντικής προστασίας και το ενωσιακό πλαίσιο των RED II και RED III.
Το μήνυμα που αναδύει η απόφαση είναι σαφές: η επίτευξη της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των σχετικών ενωσιακών και εθνικών ενεργειακών στόχων δεν μπορεί να πραγματοποιείται κατά παράκαμψη των συνταγματικών εγγυήσεων περιβαλλοντικής προστασίας και της αρχής της πρόληψης, όπως αυτές εξειδικεύονται μέσω της υποχρεωτικής προηγούμενης στρατηγικής περιβαλλοντικής αξιολόγησης και του ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού. Από δογματική άποψη, η απόφαση αποτελεί μία από τις πρώτες δικαστικές κρίσεις που προβαίνουν σε τόσο σαφή παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας του ειδικού καθεστώτος που θεσπίστηκε για τα πιλοτικά υπεράκτια αιολικά πάρκα, αναδεικνύοντας τα όρια εντός των οποίων μπορεί ο κοινός νομοθέτης να εισάγει διαδικαστικές εξαιρέσεις ακόμη και για έργα που εξυπηρετούν την ενεργειακή μετάβαση.
Για developers και χρηματοδότες, η διάκριση αυτή είναι κομβική: η απόφαση δεν αμφισβητεί το επενδυτικό μοντέλο των υπεράκτιων αιολικών καθαυτό, αλλά εντοπίζει νομικό κίνδυνο στον τρόπο και στη χρονική σειρά ωρίμανσης των έργων. Αυτό σημαίνει ότι η ασφάλεια του του ρυθμιστικού και αδειοδοτικού πλαισίου αποκτά μεγαλύτερο βάρος ήδη στο due diligence, στον προγραμματισμό κεφαλαιουχικών δαπανών και στις αποφάσεις χρηματοδότησης.
Η αδειοδοτική ακολουθία γίνεται παράμετρος επενδυτικού κινδύνου
Το κεντρικό νομικό επιχείρημα της απόφασης είναι ότι ο νομοθέτης του ν. 4964/2022 καθιέρωσε μία αυστηρή και διαδοχική διαδικασία. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πριν ακόμη χορηγηθούν άδειες έρευνας σε ιδιώτες επενδυτές, έπρεπε να έχουν ολοκληρωθεί το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης ΥΑΠ, η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), η οριοθέτηση των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης ΥΑΠ με Προεδρικό Διάταγμα, η στρατηγική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των περιοχών αυτών. Μόνον μετά την ολοκλήρωση αυτών των σταδίων επιτρέπεται η έκδοση αδειών έρευνας. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η άδεια έρευνας δεν αποτελεί ουδέτερη ή αμιγώς τεχνική πράξη, αλλά εντάσσεται στον συνολικό χωροταξικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό του έργου.
Η κρίση μετατοπίζει ουσιαστικά το περιβαλλοντικό και χωροταξικό «φίλτρο» σε προγενέστερο στάδιο. Η άδεια έρευνας δεν αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη πράξη συλλογής δεδομένων, αλλά ως κρίκος μιας ακολουθίας που μπορεί να καθορίσει τη μελλοντική χωροθέτηση και ανάπτυξη του έργου. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι ζητήματα που συχνά αντιμετωπίζονταν ως μεταγενέστερες διαδικασίες συμμόρφωσης, μετατρέπονται πλέον σε κρίσιμες παραμέτρους του αρχικού σταδίου του αναπτυξιακού σχεδιασμού της επένδυσης- development plan.
Το περιβαλλοντικό «φίλτρο» της αρχής πρόληψης και προφύλαξης ενεργοποιείται ήδη από την έρευνα και επηρεάζει το project timeline
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ακόμη και η ερευνητική δραστηριότητα μπορεί να προκαλέσει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον, ιδίως όταν πραγματοποιείται σε περιοχές Natura 2000, μεταναστευτικές οδούς πτηνών ή περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής σημασίας. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι έρευνες εξαιρούνται από κάθε προηγούμενη περιβαλλοντική αξιολόγηση. Αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο δογματικό σημείο της απόφασης.
Η αρχή της προφύλαξης δεν λειτουργεί, κατά την προσέγγιση αυτή, ως μηχανισμός παρεμπόδισης της ανάπτυξης, αλλά ως εργαλείο ορθολογικού σχεδιασμού: επιβάλλει οι κρίσιμες επιλογές να στηρίζονται σε επαρκή επιστημονικά δεδομένα και σε έγκαιρη αποτίμηση των πιθανών κινδύνων, ιδίως όταν οι επιπτώσεις σε θαλάσσια οικοσυστήματα μπορεί να είναι δύσκολα αναστρέψιμες.
RED II / RED III: Επιτάχυνση των ΑΠΕ χωρίς χαλάρωση του περιβαλλοντικού σχεδιασμού
Το Δικαστήριο αφιερώνει σημαντικό μέρος της αιτιολογίας του στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Αναφέρεται στην Οδηγία 2018/2001/ΕΕ (RED II), στην τροποποιητική Οδηγία 2023/2413/ΕΕ (RED III), στην Οδηγία 2001/42/ΕΚ για τη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση καθώς και στις διατάξεις για τις περιοχές επιτάχυνσης ανάπτυξης ΑΠΕ.
Η αξιοποίηση των οδηγιών αυτών γίνεται όχι για να εμποδιστεί η ανάπτυξη των ΑΠΕ, αλλά αντιθέτως για να υπογραμμιστεί ότι ακόμη και η ευρωπαϊκή πολιτική επιτάχυνσης των ΑΠΕ προϋποθέτει προηγούμενο χωροταξικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό.
Με άλλα λόγια, η ενωσιακή κατεύθυνση για ταχύτερη ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν ταυτίζεται με αποδυνάμωση των περιβαλλοντικών εγγυήσεων. Αντιθέτως, προϋποθέτει ολοκληρωμένο σχεδιασμό. Για την αγορά, αυτό μπορεί να λειτουργήσει και ως εργαλείο μετριασμού του κινδύνου: όσο πιο καθαρά ορίζονται εκ των προτέρων τα κρίσιμα χωροταξικά και περιβαλλοντικά βήματα, τόσο περιορίζεται η πιθανότητα μεταγενέστερων διοικητικών ανατροπών, δικαστικών εμπλοκών και καθυστερήσεων.
Πρακτικές συνέπειες για την αγορά: χρόνος, κόστος, bankability και ρυθμιστικό ρίσκο
Σε όρους αγοράς, η απόφαση μεταφράζεται σε τέσσερις άμεσες παραμέτρους για το ελληνικό offshore pipeline:
- Χρονοδιάγραμμα και time-to-market: Η πρόοδος των δύο πιλοτικών έργων καθυστερεί, ενώ η ίδια νομική συζήτηση μπορεί να επηρεάσει τον σχεδιασμό των επόμενων σταδίων, εφόσον δεν αποσαφηνιστεί εγκαίρως η αδειοδοτική ακολουθία.
- Development cost: Όσο περισσότερες μελέτες, έρευνες και δαπάνες πραγματοποιούνται πριν σταθεροποιηθεί η νομική βάση του έργου, τόσο αυξάνεται η έκθεση σε μη ανακτήσιμες και τυχόν περιττές δαπάνες σε περίπτωση μεταγενέστερης δικαστικής ή διοικητικής ανατροπής.
- Χρηματοδότηση και bankability: Η κανονιστική αβεβαιότητα ενσωματώνεται αναπόφευκτα στο νομικό due diligence και στην αξιολόγηση του project risk. Ένα σαφές και ανθεκτικό αδειοδοτικό και χωροταξικό πλαίσιο ενισχύει την προβλεψιμότητα της σταδιακής δέσμευσης κεφαλαίων και διευκολύνει τις αποφάσεις χρηματοδότησης.
- Ρυθμιστική αντίδραση: Η απόφαση ενδέχεται να οδηγήσει την ΕΔΕΥΕΠ και το ΥΠΕΝ σε προσαρμογή της διοικητικής πρακτικής. Παράλληλα, η σταθεροποίηση της νομολογίας - ή, εφόσον απαιτηθεί, μία σαφέστερη νομοθετική παρέμβαση - μπορεί να μειώσει το ρυθμιστικό ρίσκο για τα έργα που ακολουθούν.
Το κρίσιμο αντεπιχείρημα: χωρίς έρευνα, πώς θα ωριμάσει η περιβαλλοντική αξιολόγηση;
Η απόφαση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διότι υιοθετεί μια αυστηρή ερμηνεία της αρχής της πρόληψης. Θα μπορούσε όμως να υποστηριχθεί και η αντίθετη άποψη, ότι η άδεια έρευνας αποτελεί ένα προκαταρκτικό στάδιο συλλογής επιστημονικών δεδομένων και ότι χωρίς τις ίδιες τις έρευνες δεν είναι εφικτή η πλήρης περιβαλλοντική αξιολόγηση της περιοχής. Υπό αυτή την οπτική, η έρευνα θα μπορούσε να θεωρηθεί εργαλείο που προηγείται της ουσιαστικής χωροθέτησης, αναγκαίο προαπαιτούμενο αυτής και όχι τμήμα αυτής.
Το Δικαστήριο, ωστόσο, επιλέγει διαφορετική προσέγγιση καθώς θεωρεί ότι ακόμη και η ερευνητική δραστηριότητα μπορεί να επηρεάσει προστατευόμενα οικοσυστήματα και, συνεπώς, πρέπει να εντάσσεται εξαρχής στο πλαίσιο του στρατηγικού περιβαλλοντικού σχεδιασμού. Πρόκειται για μια ερμηνεία που ενισχύει την προληπτική προστασία του περιβάλλοντος, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα επιτάχυνσης μεγάλων έργων ενεργειακής μετάβασης.
Εδώ βρίσκεται και η βασική επιχειρηματική ένταση της υπόθεσης: πόσο early-stage ρίσκο πρέπει να αναλαμβάνει κάποιος πριν διαθέτει τα ίδια τα δεδομένα που απαιτούνται για την πλήρη περιβαλλοντική και τεχνική ωρίμανση του έργου. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα επηρεάζει άμεσα τόσο το development budget όσο και τη χρονική στιγμή στην οποία ένα project μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά ώριμο.
Συμπέρασμα: Το επόμενο market signal θα έρθει από το ΣτΕ
Η ΤριμΔΕΦΑθ. 880/2026 δεν είναι μία απόφαση «κατά» των υπεράκτιων αιολικών. Επιβεβαιώνει ότι η ανάπτυξή τους αποτελεί εθνική και ενωσιακή προτεραιότητα, αλλά ταυτόχρονα καθιστά σαφές ότι η επενδυτική ωρίμανση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον χωροταξικό σχεδιασμό, τη στρατηγική περιβαλλοντική εκτίμηση και τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης. Με αυτή την έννοια, η διαδικαστική νομιμότητα μετατρέπεται σε στοιχείο της ίδιας της βιωσιμότητας του project.
Το επόμενο κρίσιμο σήμα για την αγορά θα έρθει από το Συμβούλιο της Επικρατείας, εφόσον ασκηθεί η προβλεπόμενη έφεση. Η σημασία της κρίσης του θα υπερβεί τη συγκεκριμένη διαφορά, καθώς το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, μέσω της νομολογίας του, επηρεάζει στην πράξη τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται και εφαρμόζονται μεγάλα ρυθμιστικά και χωροταξικά πλαίσια. Για επενδυτές και developers, το ζητούμενο είναι να προκύψει μια σαφής και σταθερή αλληλουχία των αδειοδοτικών βημάτων, πάνω στο οποίο να μπορεί να οικοδομηθεί το επόμενο κύμα έργων.
Για την αγορά, επομένως, το διακύβευμα είναι σαφές: περιβαλλοντική προστασία και ενεργειακή μετάβαση δεν είναι κατ’ ανάγκη ανταγωνιστικοί στόχοι. Η ουσιαστική περιβαλλοντική συμμόρφωση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός επενδυτικής ασφάλειας, όταν εντάσσεται σε ένα προβλέψιμο και χρονικά συνεκτικό πλαίσιο. Αυτό είναι και το κρίσιμο στοίχημα για το ελληνικό offshore market: να μετατρέψει τη νομική σαφήνεια από παράγοντα καθυστέρησης σε προϋπόθεση bankability και ταχύτερης υλοποίησης.
--------------------
Συγγραφείς: Ιωάννα Τουφεξή, Associate & Ανδρέας Παπαστάθης, Partner, συνεργάτες της ROKAS Δικηγορικής Εταιρείας
Πηγή: https://energypress.gr/