Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Το χαμένο μισό της πράσινης μετάβασης

Το χαμένο μισό της πράσινης μετάβασης

του Παντελή Κάπρου

Η ενεργειακή µετάβαση συνήθως περιγράφεται µε εικόνες φωτοβολταϊκών πάρκων και ανεµογεννητριών. Είναι όµως µισή ιστορία. Η απανθρακοποίηση της οικονοµίας στηρίζεται σε δύο ισότιµους πυλώνες: στις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και στην εξοικονόµηση ενέργειας. Στην Ελλάδα ο πρώτος πυλώνας ορθώνεται εντυπωσιακά, ο δεύτερος παραµένει σχεδόν στα θεµέλια.

Η λογική της µετάβασης είναι απλή και αυστηρή. Πρώτα απαλλάσσουµε την ηλεκτροπαραγωγή από τα ορυκτά καύσιµα, που στη χώρα µας πλέον σηµαίνει κυρίως το φυσικό αέριο, µε ΑΠΕ και αποθήκευση ηλεκτρισµού. Επειτα, ο ηλεκτρισµός χωρίς εκποµπές διοξειδίου του άνθρακα γίνεται το όχηµα απανθρακοποίησης της θέρµανσης, της βιοµηχανίας και των µεταφορών, µέσω του εξηλεκτρισµού της τελικής χρήσης: αντλίες θερµότητας, ηλεκτρικά οχήµατα, ηλεκτροβόρες βιοµηχανικές διεργασίες.

Εδώ η εξοικονόµηση και ο εξηλεκτρισµός δεν είναι απλώς συµβατά, αλλά συµπληρωµατικά. Μια σε βάθος ανακαίνιση κτιρίου, µε θερµοµόνωση του κελύφους και επανασχεδιασµό του συστήµατος θέρµανσης και ψύξης, δηµιουργεί το κατάλληλο περιβάλλον για αντλία θερµότητας. Το κτίριο κερδίζει διπλά: λιγότερες θερµικές απώλειες χάρη στη µόνωση και πολύ υψηλότερη απόδοση της αντλίας, η οποία είναι τέσσερις έως πέντε φορές αποδοτικότερη από έναν συµβατικό λέβητα πετρελαίου. Ανάλογα, ένα σύγχρονο ηλεκτρικό αυτοκίνητο είναι περίπου τρεις φορές αποδοτικότερο από ένα βενζινοκίνητο ή πετρελαιοκίνητο. Με άλλα λόγια, η εξοικονόµηση προετοιµάζει τον εξηλεκτρισµό, και ο εξηλεκτρισµός εξοικονοµεί ενέργεια.

Οι τεχνολογίες αυτές έχουν υψηλό κόστος κεφαλαίου αλλά πολύ χαµηλό λειτουργικό κόστος. Αν υπολογίσει κανείς το συνολικό κόστος της ωφέλιµης ενέργειας σε όλη τη διάρκεια ζωής της επένδυσης, αυτό είναι φθηνότερο από τη συµβατική λύση µε καύσιµα ή αέριο σε όλες τις περιπτώσεις. Γιατί λοιπόν δεν επικρατούν αυθόρµητα;

Η απάντηση δεν βρίσκεται στην οικονοµική αποδοτικότητα, αλλά στη χρηµατοδότηση. Τα περισσότερα νοικοκυριά, αλλά και οι επιχειρήσεις, δεν διαθέτουν το αρχικό κεφάλαιο ή διστάζουν, αβέβαια για την τεχνική αποτελεσµατικότητα, ενώ οι τράπεζες δανείζουν µε φειδώ.

Το κρίσιµο εµπόδιο είναι η αρχική επένδυση. Εδώ ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός: µε στοχευµένα προγράµµατα µπορεί να µοχλεύσει ιδιωτικά κεφάλαια σε µεγάλη κλίµακα, µέσω εγγυήσεων και εργαλείων κινητοποίησης χρηµατοδότησης, και να άρει την αβεβαιότητα. Πρόκειται για εγγύηση και µόχλευση, όχι για γενικευµένη επιδότηση, η οποία δικαιολογείται µόνο για τα οικονοµικά ευάλωτα νοικοκυριά.

Το ίδιο ισχύει για τα δίκτυα. Ο εξηλεκτρισµός προϋποθέτει υποδοµές που πρέπει να προηγηθούν της ζήτησης. Η ηλεκτροκίνηση, για παράδειγµα, δεν απογειώνεται χωρίς πυκνό δίκτυο φόρτισης. Κανένας ιδιώτης δεν αναλαµβάνει εύκολα το ρίσκο µιας εκτεταµένης υποδοµής πριν υπάρξει µαζική χρήση· γι’ αυτό η ιδιωτική πρωτοβουλία οδηγεί σε καθυστέρηση και ελλιπή κάλυψη. Μόνο το κράτος, µέσω των ρυθµιζόµενων διαχειριστών δικτύων, όπως ο ∆Ε∆∆ΗΕ, µπορεί να το αναλάβει αποτελεσµατικά.

Η εικόνα της Ελλάδας είναι ασύµµετρη. Οι ΑΠΕ κάλυψαν το 60,9% της ηλεκτροπαραγωγής το 2025, φέρνοντας τη χώρα στην πρώτη πεντάδα της Ε.Ε. Αντίθετα, η αποθήκευση προχωράει λιγότερο ικανοποιητικά, ενώ η εξοικονόµηση, ο εξηλεκτρισµός και τα δίκτυα φόρτισης έχουν απελπιστικά καθυστερήσει. Ολοι οι στόχοι, πλην των ΑΠΕ, υστερούν δραµατικά έναντι του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίµα (ΕΣΕΚ). Η µετάβαση έχει ουσιαστικά αποκλίνει από την τροχιά που υποχρεωτικά χάραξαν ο κλιµατικός νόµος και οι ευρωπαϊκές οδηγίες.

Μεταξύ των ειδικών επικρατεί η εντύπωση ότι τα προγράµµατα εξοικονόµησης απέτυχαν. Χρήµατα δόθηκαν, και µάλιστα επί σειρά ετών. Η αποτυχία αφορά την αποτελεσµατικότητα, τη στόχευση και τη µέτρηση. Σε δεκαπέντε χρόνια χρηµατοδοτήθηκαν περίπου 200.000 κατοικίες, δηλαδή λιγότερες από 14.000 τον χρόνο, όταν το ΕΣΕΚ προβλέπει 60.000 ανακαινίσεις ετησίως. Οι περισσότερες περιορίστηκαν σε αλλαγή κουφωµάτων, που πιθανότατα θα γινόταν ούτως ή άλλως, χωρίς να µετρηθεί ποτέ η πραγµατική εξοικονόµηση. ∆εν στοχεύθηκαν οι σε βάθος ανακαινίσεις των ενεργοβόρων κατοικιών, όπου το αποτέλεσµα θα ήταν ορατό.

Το παράδοξο είναι εύγλωττο. Η Ελλάδα έχει από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ε.Ε. νοικοκυριών που δεν θερµαίνονται επαρκώς, 18% έως 19%, διπλάσιο του ευρωπαϊκού µέσου όρου. Ταυτόχρονα, έπειτα από διόρθωση για το κλίµα µε βάση τις βαθµοηµέρες θέρµανσης, κατατάσσεται µεταξύ των χωρών µε την υψηλότερη κατανάλωση ανά κατοικία. Καταναλώνουµε πολύ και ζεσταινόµαστε λίγο. Η σπατάλη δεν οφείλεται στη συµπεριφορά των νοικοκυριών, αλλά στην κακή µόνωση του κελύφους των κτιρίων.

Παρόµοια ήταν η τύχη των προγραµµάτων αντικατάστασης συσκευών και αγοράς αντλιών θερµότητας. Χιλιάδες αιτήσεις εξυπηρετήθηκαν µε διαδικασία που θύµιζε κλήρωση, χωρίς κριτήρια για το µέγεθος της εξοικονόµησης ή του εξηλεκτρισµού. Αντικαταστάθηκαν συσκευές που ουσιαστικά δεν λειτουργούσαν, και εγκαταστάθηκαν µικρές αντλίες θερµότητας σε µη µονωµένα σπίτια, χωρίς κατάλληλο σύστηµα διανοµής θερµότητας. Η εξοικονόµηση ήταν ελάχιστη. Και, το χειρότερο, δεν υπάρχει καµία ποσοτική αξιολόγηση της πραγµατικής εξοικονόµησης, ούτε ανά παρέµβαση ούτε συνολικά.

Στις µεταφορές η εικόνα είναι εξίσου ανησυχητική. Τα ιδιωτικά αυτοκίνητα αποτελούν τον µεγαλύτερο ενεργειακό καταναλωτή (43%), και ο στόλος µας είναι ο γηραιότερος της Ε.Ε., µε µέση ηλικία 17,8 έτη. Η ηλεκτροκίνηση προχωράει µε τους βραδύτερους ρυθµούς στην Ενωση: το 2025 ταξινοµήθηκαν µόλις 8.892 αµιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα, περίπου 6% των πωλήσεων, έναντι 17,4% στην Ε.Ε., ενώ το ΕΣΕΚ στοχεύει σε µερίδιο 50% των ηλεκτρικών στις νέες ταξινοµήσεις το 2030.

Το συµπέρασµα προκύπτει αβίαστα. Τα προγράµµατα εξοικονόµησης και εξηλεκτρισµού πρέπει να επανασχεδιαστούν µε άλλη λογική: να στοχεύουν στην κλίµακα της µείωσης κατανάλωσης και της αύξησης χρήσης ηλεκτρισµού, να ανταµείβουν µετρηµένες και πιστοποιηµένες αποδόσεις, να µοχλεύουν τραπεζικά κεφάλαια. ∆εν µπορούν να εξαντλούνται σε συγκαλυµµένη κοινωνική πολιτική, γιατί έτσι η εξοικονόµηση δεν θα φτάσει ποτέ σε ορατά µεγέθη. Η ενεργειακή φτώχεια είναι υπαρκτή και από τις υψηλότερες στην Ε.Ε. Οφείλουµε να την αντιµετωπίσουµε ευθέως, µε στοχευµένες επιδοτήσεις, και όχι µεταµφιεσµένη σε πολιτική εξοικονόµησης.

(Καθημερινή)



Πηγή: https://energypress.gr/




ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ