Κώστας Δεληγιάννης
Ανοίγει η διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης του Data Center που σχεδιάζει η ΔΕΗ σε συνεργασία με την Amazon στον πρώην ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, καθώς την επόμενη εβδομάδα αναμένεται να κατατεθεί η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Παράλληλα, ο Όμιλος επιδιώκει να ξεκινήσει τις πρόδρομες εργασίες στα τέλη Φεβρουαρίου 2027, ώστε η πρώτη φάση του Κέντρου Δεδομένων, ισχύος 300 MW, να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2028.
Αυτά είναι μερικά από τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από τη χθεσινή παρουσίαση του επικαιροποιημένου επενδυτικού σχεδιασμού της ΔΕΗ στο Περιφερειακό Συμβούλιο Δυτικής Μακεδονίας. Στο πλαίσιο της παρουσίασης, όπως ανέφερε ο Γενικός Διευθυντής Σχεδιασμού & Ανάπτυξης Παραγωγής, Αλέκος Σουμελίδης, ο Όμιλος δρομολογεί την έναρξη κατασκευής του πρώτου αντλησιοταμιευτικού έργου, στον ΑΗΣ Καρδιάς, το φθινόπωρο του 2027.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο εργασιακό αποτύπωμα των επενδύσεων, με την εταιρεία να παρουσιάζει αναλυτικές εκτιμήσεις για το προσωπικό που θα απαιτηθεί τόσο στην κατασκευή όσο και στη λειτουργία των νέων υποδομών. Έτσι, οι ανάγκες απασχόλησης, στην αιχμή των εργασιών κατασκευής, θα φτάσουν τους 2.500 εργαζομένους για το Data Center και τους 930 για καθένα από τα δύο αντλησιοταμιευτικά.
Τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Data Center
Η πρώτη φάση του Κέντρου Δεδομένων θα αναπτυχθεί στον χώρο του πρώην ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου και θα αποτελείται από τέσσερα κτίρια. Κάθε κτίριο θα περιλαμβάνει πέντε αίθουσες δεδομένων (data halls) και θα έχει επιφάνεια περίπου 18 στρεμμάτων. Μαζί με τις βοηθητικές εγκαταστάσεις, τις υποδομές ψύξης και τις δεξαμενές, το έργο θα καταλαμβάνει περίπου 180 στρέμματα, ενώ θα απαιτηθεί και νέος υποσταθμός.
Για τη διασφάλιση της αδιάλειπτης λειτουργίας προβλέπονται 144 εφεδρικές μηχανές ηλεκτροπαραγωγής, με δυνατότητα υποστήριξης της εγκατάστασης για 24 ώρες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σύστημα ψύξης, καθώς η χρήση του Data Center για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης επιβάλλει διαφορετικές τεχνικές απαιτήσεις από εκείνες των συμβατικών υποδομών.
Σύμφωνα με τον κ. Σουμελίδη, η ψύξη με αέρα θα καλύπτει περίπου το 10%-40% του φορτίου, ενώ το υπόλοιπο θα εξυπηρετείται από σύστημα υγρής ψύξης (liquid cooling). Το τελευταίο θα λειτουργεί σε θερμοκρασίες 31,5-42 βαθμών Κελσίου, αξιοποιώντας τις κλιματικές συνθήκες της περιοχής, ώστε για μεγάλο μέρος του έτους να περιορίζεται η ανάγκη κατανάλωσης νερού.
Οι ανάγκες σε νερό και η απορριπτόμενη θερμότητα
Με βάση τις προσομοιώσεις που παρουσίασε η ΔΕΗ, η ετήσια κατανάλωση νερού της πρώτης φάσης εκτιμάται σε 203.000 κυβικά μέτρα. Συγκριτικά, ο λιγνιτικός ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου κατανάλωνε το 2019 περίπου 14 εκατ. κυβικά μέτρα.
Η εταιρεία υποστηρίζει επίσης ότι οι μελέτες της δεν προβλέπουν υπερβάσεις των περιβαλλοντικών ορίων θορύβου και ατμοσφαιρικών ρύπων. Τα σχετικά στοιχεία θα τεθούν σε δημόσια διαβούλευση μέσω της ΜΠΕ.
Παράλληλα, η εγκατάσταση έχει σχεδιαστεί ώστε να υπάρχει δυνατότητα ανάκτησης περίπου 822.000 MWh θερμότητας ετησίως, η οποία θα μπορεί να διατίθεται στους 41 βαθμούς Κελσίου στα όρια του έργου.
Η θερμότητα αυτή θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τρίτους επενδυτές για την ανάπτυξη θερμοκηπίων 450-900 στρεμμάτων ή ψυκτικών αποθηκών και εγκαταστάσεων logistics επιφάνειας έως 200.000 τετραγωνικών μέτρων. Πρόκειται για δυνητικές δραστηριότητες, οι οποίες προϋποθέτουν να υπάρξει σχετικό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Το χρονοδιάγραμμα και η απασχόληση
Για να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση έως το τέλος του 2028, η ΔΕΗ επιδιώκει να ξεκινήσει στα τέλη Φεβρουαρίου 2027 τις χωματουργικές και αποστραγγιστικές παρεμβάσεις, καθώς και τις αρχικές εκσκαφές. Η κύρια κατασκευή προβλέπεται να ξεκινήσει από τον Ιούνιο.
Το χρονοδιάγραμμα χαρακτηρίστηκε ιδιαίτερα πιεστικό, καθώς εκκρεμούν η περιβαλλοντική αδειοδότηση, η οριστικοποίηση των όρων ηλεκτρικής σύνδεσης και οι άδειες χρήσης νερού. Για την επίσπευση των εργασιών προβλέπεται εκτεταμένη χρήση προκατασκευασμένων δομικών στοιχείων.
Η απασχόληση θα φτάσει τους 2.500 εργαζομένους στην αιχμή κατασκευής, με μέσο όρο 1.500 άτομα. Στη λειτουργία του Κέντρου Δεδομένων υπολογίζονται 400-500 θέσεις εργασίας, ενώ επέκταση στο 1 GW θα αυξήσει το προσωπικό λειτουργίας σε 1.000-1.500 άτομα.
Υπενθυμίζεται ότι η ΔΕΗ έχει υπογράψει δεσμευτικό MoU με την Amazon Web Services, το οποίο προβλέπει επίσης άμεσα διαπραγματεύσεις για την επέκταση της υποδομής στο 1 GW.
Η αντλησιοταμίευση στην Καρδιά
Σημαντικό βήμα ωρίμανσης έχει πραγματοποιηθεί και για το αντλησιοταμιευτικό στον ΑΗΣ Καρδιάς. Στις 13 Οκτωβρίου η ΔΕΗ ανέθεσε την προμήθεια του βασικού εξοπλισμού, ύστερα από διεθνή διαγωνισμό.
Πλέον εκπονείται η τεχνική βελτιστοποίηση του έργου, ώστε στις αρχές του 2027 να ακολουθήσει ο διαγωνισμός για τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις. Στόχος είναι η συμβασιοποίηση και η έναρξη κατασκευής το φθινόπωρο του 2027.
Ο άνω ταμιευτήρας θα έχει χωρητικότητα περίπου 10 εκατ. κυβικών μέτρων, εκ των οποίων 7 εκατ. ωφέλιμα, και θα συνδέεται με τον κάτω μέσω χαλύβδινων αγωγών διαμέτρου περίπου 6,5 μέτρων. Η εγκατάσταση θα διαθέτει αναστρέψιμες υδροστροβιλικές μονάδες τύπου Francis και δυνατότητα αποθήκευσης οκτώ ωρών στη μέγιστη ισχύ. Για την κατασκευή, διάρκειας περίπου τεσσεράμισι ετών, υπολογίζονται 930 εργαζόμενοι στην αιχμή και 550 κατά μέσο όρο.
Το δεύτερο έργο στο ορυχείο Νότιου Πεδίου
Το δεύτερο αντλησιοταμιευτικό, στο πρώην ορυχείο Νοτίου Πεδίου, πρόκειται να εισέλθει την επόμενη εβδομάδα σε διαγωνιστική διαδικασία για τον βασικό εξοπλισμό. Η ΔΕΗ τοποθετεί τη συμβασιοποίηση και την έναρξη κατασκευής το φθινόπωρο του 2028.
Το έργο θα διαθέτει ισχύ παραγωγής 240 MW και διάρκεια αποθήκευσης 12 ωρών. Πρόσθετη πρόβλεψη αποτελεί η κατασκευή δεξαμενής 2,3 εκατ. κυβικών μέτρων, η οποία θα μπορεί να υποστηρίξει την άρδευση έως 8.000 στρεμμάτων. Η σχετική υποδομή εκτιμάται ότι προσθέτει 16-18 εκατ. ευρώ στο κόστος του έργου.
Η κατασκευή θα διαρκέσει περίπου τεσσεράμισι έως πέντε χρόνια, με 930 εργαζομένους στην αιχμή και 500 κατά μέσο όρο. Κατά τη λειτουργία προβλέπονται 100 θέσεις εργασίας. Σύμφωνα με τη ΔΕΗ, τα δύο αντλησιοταμιευτικά θα ταυτόχρονα έως 1.700 εργαζομένους στην κορύφωση της κατασκευής τους.
Πτολεμαΐδα 5 και ΣΗΘΥΑ
Σε εξέλιξη βρίσκονται ήδη οι εργασίες για τη μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, ισχύος 440 MW, με προϋπολογισμό 420 εκατ. ευρώ.
Η πρώτη φάση, τεχνολογίας ανοιχτού κύκλου και ισχύος 295 MW, προβλέπεται να ολοκληρωθεί στα τέλη του 2027, ενώ η πλήρης λειτουργία της μονάδας τοποθετείται στα τέλη του 2029 με αρχές του 2030. Ο βαθμός απόδοσης θα φτάνει περίπου το 59%, με μειωμένη κατά 73% κατανάλωση νερού σε σύγκριση με τη λιγνιτική λειτουργία.
Στο εργοτάξιο απασχολούνται ήδη 80 εργαζόμενοι, ενώ κατά την κατασκευή προβλέπονται 470-480 άτομα στην αιχμή και 195-200 κατά μέσο όρο. Στη λειτουργία θα απασχολούνται περίπου 120 εργαζόμενοι.
Τέλος, η νέα μονάδα ΣΗΘΥΑ, προϋπολογισμού 80 εκατ. ευρώ, που χρηματοδοτήθηκε από τη ΔΕΗ και θα εξυπηρετεί τις τηλεθερμάνσεις Κοζάνης, Πτολεμαΐδας και Αμυνταίου, αναμένεται να τεθεί σε εμπορική λειτουργία το αργότερο το πρώτο τρίμηνο του 2027. Στην κατασκευή απασχολήθηκαν έως 170 άτομα, ενώ το ευρύτερο συγκρότημα εγκαταστάσεων τηλεθέρμανσης προβλέπεται να απασχολεί 70 εργαζομένους σε μόνιμη βάση.
Οικονομικό οικοσύστημα και συνεργασία με το Πανεπιστήμιο
Στις ευρύτερες αναπτυξιακές προοπτικές που δημιουργεί για τη Δυτική Μακεδονία ο συνδυασμός ενεργειακών και ψηφιακών υποδομών, στάθηκε ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΗ, Αλέξης Παΐζης. Όπως επισήμανε, η συνύπαρξη των δύο δραστηριοτήτων μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία ενός οικονομικού οικοσυστήματος υψηλής προστιθέμενης αξίας, με εμβέλεια που δεν θα περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά θα επεκτείνεται σε ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, γύρω από το Data Center και τις ενεργειακές εγκαταστάσεις μπορούν να αναπτυχθούν συμπληρωματικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, από πληροφοριακά συστήματα και βιομηχανικές υπηρεσίες μέχρι ερευνητικές εφαρμογές. Με αυτόν τον τρόπο, το οικονομικό αποτύπωμα των επενδύσεων θα μπορούσε να υπερβεί σημαντικά τις άμεσες θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν κατά την κατασκευή και λειτουργία τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Παΐζης σημείωσε ότι η ΔΕΗ βρίσκεται σε συζητήσεις με το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας για την ανάπτυξη μόνιμης συνεργασίας, με επίκεντρο την Πολυτεχνική Σχολή. Μάλιστα, στα σχέδια του Ομίλου περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση πανεπιστημιακής έδρας, ώστε μέρος της βιομηχανικής έρευνας της ΔΕΗ να πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Ίδρυμα.
Τα πεδία συνεργασίας περιλαμβάνουν την ηλεκτροπαραγωγή, τις κατανεμόμενες μονάδες, τους βιομηχανικούς αυτοματισμούς, τα ηλεκτρικά δίκτυα και τις βιομηχανικές επικοινωνίες. Παράλληλα, εξετάζονται η ανάπτυξη προπτυχιακών και μεταπτυχιακών προγραμμάτων για την κατάρτιση εξειδικευμένου προσωπικού, καθώς και η αξιοποίηση του υπερυπολογιστή που αναπτύσσει το Πανεπιστήμιο.
Όπως σημείωσε ο Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, οι δύο πλευρές έχουν προσεγγίσει σημαντικά ως προς τα αντικείμενα συνεργασίας και πλέον διερευνούν τον τρόπο υλοποίησης των σχετικών πρωτοβουλιών. Στόχος είναι οι επενδύσεις της ΔΕΗ να λειτουργήσουν ως μοχλός για τη δημιουργία νέας οικονομικής δραστηριότητας στην περιοχή, αξιοποιώντας παράλληλα το επιστημονικό δυναμικό της Δυτικής Μακεδονίας.
Πηγή: https://energypress.gr/
