Τεράστιες περιφερειακές αποκλίσεις εξακολουθεί να καταγράφει η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καταδεικνύοντας τη μόνιμη και βαθιά παθογένεια της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής: παρά τις προσπάθειες για μια ολοκληρωμένη και διασυνδεδεμένη αγορά, οι επιχειρήσεις και οι καταναλωτές παραμένουν εκτεθειμένοι σε δραματικά διαφορετικά κόστη χονδρικής, ανάλογα αποκλειστικά με το γεωγραφικό τους στίγμα.
Ενδεικτική είναι η εικόνα της 27ης Οκτωβρίου 2026, με τις μέσες τιμές χονδρικής να κυμαίνονται από περίπου €6 ανά μεγαβατώρα στον σουηδικό Βορρά έως και πάνω από €255 στη Ρουμανία.
Μια Ήπειρος, δύο κόσμοι
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ευρωπαϊκής αγοράς επόμενης ημέρας (day-ahead market) για τις 27 Οκτωβρίου, η ζώνη προσφορών SE2 της Σουηδίας κατέγραψε μέση τιμή μόλις €6,23/MWh, ενώ η Φινλανδία κινήθηκε σε παρόμοια επίπεδα, κοντά στα €6,65/MWh.
Στον αντίποδα, η Νοτιοανατολική Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με τιμές-σοκ. Η Ρουμανία άγγιξε τα €255,20/MWh —δηλαδή σχεδόν 41 φορές υψηλότερη τιμή από τη βόρεια Σουηδία. Σε παρόμοιο κλοιό πιέσεων βρέθηκαν η Βουλγαρία με περίπου €254/MWh, η Ουγγαρία με €241/MWh και η Ελλάδα με €225/MWh. Στην Κεντρική Ευρώπη, οι τιμές διαμορφώθηκαν σε ενδιάμεσα αλλά σαφώς υψηλά επίπεδα, με τη Γερμανία στα €155/MWh, το Βέλγιο στα €160/MWh και τη Γαλλία στα €162/MWh.
Αν και οι τιμές αυτές αφορούν τη χονδρική αγορά και δεν μεταφράζονται αυτόματα στους τελικούς λογαριασμούς των νοικοκυριών, αναδεικνύουν ένα κρίσιμο ερώτημα: Πόσο αποτελεσματικά μπορούν τα ευρωπαϊκά δίκτυα να μεταφέρουν την φθηνή παραγωγή ενέργειας από τις περιοχές πλεονάσματος εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη;
Γιατί η «ενιαία αγορά» παράγει ανισότητες;
Η ευρωπαϊκή εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται στη θεωρία των συγκοινωνούντων δοχείων. Μέσω των διασυνοριακών διασυνδέσεων, η φθηνότερη ενέργεια που παράγεται σε μια χώρα υποτίθεται ότι ρέει προς τις γειτονικές περιοχές όπου η ζήτηση είναι υψηλότερη ή η τοπική παραγωγή ακριβότερη. Όταν η χωρητικότητα των δικτύων επαρκεί, οι τιμές συγκλίνουν.
Ωστόσο, τα φυσικά δίκτυα έχουν συγκεκριμένα όρια. Η συμφόρηση των διασυνδέσεων (grid congestion) λειτουργεί ως «τάπα», εμποδίζοντας τις εισαγωγές φθηνής ενέργειας ακόμη και όταν υπάρχουν χαοτικές διαφορές τιμών μεταξύ γειτονικών κρατών.
Πέρα από τα δίκτυα, το τελικό κόστος διαμορφώνεται από το τοπικό ενεργειακό μείγμα:
• Βόρεια Σουηδία (SE2) – €6,23/MWh: Απολαμβάνει εξαιρετικά χαμηλές τιμές λόγω της αφθονίας σε υδροηλεκτρικούς και πυρηνικούς σταθμούς.
• Φινλανδία – €6,65/MWh: Κινείται σε αντίστοιχα επίπεδα χάρη στην ισχυρή πυρηνική και αιολική της βάση.
• Γερμανία και Γαλλία – €155,00 έως €162,00/MWh: Παρουσιάζουν μεσαίες προς υψηλές τιμές, καθώς στηρίζονται σε ένα μείγμα ΑΠΕ, πυρηνικών και ορυκτών καυσίμων.
• Ελλάδα και Βαλκάνια – €225,00 έως €255,20/MWh: Αντιμετωπίζουν το υψηλότερο κόστος στην Ευρώπη εξαιτίας της στενότητας των δικτύων και της υψηλής εξάρτησης από το φυσικό αέριο κατά τις βραδινές ώρες αιχμής.
Πέρα από τα δίκτυα, το τελικό κόστος διαμορφώνεται από το τοπικό ενεργειακό μείγμα. Περιοχές με μεγάλες υποδομές υδροηλεκτρικών, πυρηνικών σταθμών ή σταθερών ΑΠΕ απολαμβάνουν χαμηλές τιμές. Αντίθετα, αγορές που βασίζονται σε μονάδες φυσικού αερίου για να καλύψουν τις ώρες αιχμής συμπαρασύρονται προς τα πάνω, καθώς η ακριβότερη μονάδα που μπαίνει στο σύστημα καθορίζει την οριακή τιμή για όλη τη ζώνη.
Το δομικό πρόβλημα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης
Το φαινόμενο της απομόνωσης των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης δεν είναι συγκυριακό. Ο Οργανισμός της ΕΕ για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER), στην αξιολόγησή του για το διασυνοριακό εμπόριο, έχει επανειλημμένα επισημάνει τις δομικές αδυναμίες της περιοχής.
Η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Ουγγαρία υποφέρουν από δύο βασικά προβλήματα:
1. Περιορισμένη διασυνοριακή χωρητικότητα που τις αποκόβει από τις φθηνές αγορές της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης.
2. Έλλειψη ευέλικτης εγχώριας παραγωγής (όπως συστήματα αποθήκευσης ή υδροηλεκτρικά) που θα μπορούσε να εξισορροπήσει τη στοχαστικότητα των ανανεώσιμων πηγών, ιδιαίτερα κατά τις απογευματινές ώρες.
Ο ACER τονίζει ότι για να σταματήσει αυτή η μόνιμη απόκλιση, απαιτείται στενότερος συντονισμός μεταξύ των Διαχειριστών Μεταφοράς (ΔΣΜ), βέλτιστη αξιοποίηση των υφιστάμενων γραμμών και άμεση ανάπτυξη τεχνολογιών αποθήκευσης και διαχείρισης της ζήτησης.
Οι επιπτώσεις στην οικονομία και τη βιομηχανία
Για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες (χάλυβας, χημικά, λιπάσματα), αυτές οι τιμές δεν αποτελούν απλώς στατιστικά στοιχεία, αλλά ζήτημα επιβίωσης. Όταν οι επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες στη spot αγορά, οι παρατεταμένες περιφερειακές ανισότητες υπονομεύουν άμεσα την ανταγωνιστικότητά τους.
Μια βιομηχανία στη Ρουμανία ή την Ελλάδα που καλείται να λειτουργήσει με χονδρική €250/MWh είναι αδύνατο να ανταγωνιστεί μια αντίστοιχη σκανδιναβική ή γερμανική επιχείρηση. Αν και πολλές εταιρείες προστατεύονται προσωρινά μέσω διμερών συμβολαίων (PPAs) ή αντισταθμίσεων κινδύνου (hedging), η μακροπρόθεσμη τάση δημιουργεί μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, απειλώντας με αποβιομηχάνιση τον ευρωπαϊκό Νότο.
Το παράδοξο των ΑΠΕ και η ανάγκη για ευελιξία
Η στροφή προς την πράσινη ενέργεια έχει δημιουργήσει ένα νέο, ιδιότυπο πρόβλημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ACER, οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν περίπου το 50% της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ το 2025.
Η ηλιακή ενέργεια ρίχνει κατακόρυφα τις τιμές κατά τη διάρκεια της ημέρας —συχνά σε μηδενικά επίπεδα. Όταν όμως ο ήλιος δύει, η παραγωγή κατακρημνίζεται. Εκείνες τις κρίσιμες ώρες, το σύστημα αναγκάζεται να στραφεί σε ακριβές θερμικές μονάδες (φυσικό αέριο ή λιγνίτη) για να καλύψει το κενό, εκτινάσσοντας τις τιμές στα ύψη.
Το μάθημα από τη διακύμανση της 27ης Οκτωβρίου είναι σαφές: Η απλή εγκατάσταση περισσότερων φωτοβολταϊκών και ανεμογεννητριών δεν αρκεί. Χωρίς μπαταρίες αποθήκευσης, χωρίς ευέλικτη παραγωγή και, κυρίως, χωρίς διεθνείς διασυνδέσεις που θα μεταφέρουν τα πλεονάσματα εκεί όπου υπάρχει έλλειμμα, η πράσινη μετάβαση θα παραμένει ημιτελής και οικονομικά ασύμμετρη. Η κατασκευή μεγάλων γραμμών μεταφοράς, ωστόσο, απαιτεί χρόνια λόγω γραφειοκρατίας, αδειοδοτήσεων και τεράστιων επενδυτικών κεφαλαίων.
Ο ρόλος της γεωγραφίας
Οι τιμές μιας και μόνο ημέρας δεν αποτελούν μόνιμη ετυμηγορία ούτε καθορίζουν μακροπρόθεσμα πλεονεκτήματα. Ωστόσο, η συχνότητα με την οποία επαναλαμβάνεται αυτό το περιφερειακό χάσμα αποδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μια παροδική μεταβλητότητα, αλλά μια βαθιά συστημική αποτυχία.
Για τις Βρυξέλλες, το στοίχημα είναι αν η περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς μπορεί να εξασφαλίσει προσιτή ενέργεια για όλους, διατηρώντας παράλληλα τα κίνητρα για επενδύσεις. Για τις εθνικές κυβερνήσεις, είναι μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού, τη χρηματοδότηση των υποδομών και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Η ψηφιακή και εμπορική διασύνδεση της Ευρώπης προχωρά με ταχύτητα, αλλά τα φυσικά καλώδια και οι υποδομές της παραμένουν απελπιστικά ανομοιόμορφα. Μέχρι να γεφυρωθεί αυτό το τεχνικό χάσμα, η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στην Ευρώπη θα συνεχίσει να καθορίζεται από τη γεωγραφία, και όχι από το πραγματικό κόστος της ενέργειας.
Πηγή: https://energypress.gr/