της Κωνσταντίνας-Δέσποινας Αθανασιά
Η ενεργειακή μετάβαση των πόλεων επικεντρώνεται κυρίως στην αξιοποίηση και την ανάπτυξη έργων ανανεώσιμων πηγών, στην εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στις κτιριακές υποδομές, στην αποθήκευση και στην αυτοκατανάλωση. Ένα κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, που παραμένει είναι: σε ποιον βαθμό η ίδια η μορφή της πόλης επηρεάζει τις δυνατότητες και τις προτεραιότητες της ενεργειακής μετάβασης σε επίπεδο γειτονιάς;
Η πυκνότητα της δόμησης, η διαθεσιμότητα και η σκίαση των στεγών, η ηλικία και η ενεργειακή κατάσταση των κτιρίων διαμορφώνουν διαφορετικές δυνατότητες παραγωγής αλλά και εξοικονόμησης ενέργειας. Παράλληλα, οι ανάγκες θέρμανσης και ψύξης, οι οικονομικές δυνατότητες των κατοίκων και η πρόσβαση σε κατάλληλες υποδομές επηρεάζουν το ποιοι μπορούν να συμμετέχουν και να ωφελούνται από τη μετάβαση.
Επομένως, η ενεργειακή στρατηγική μιας πόλης δεν μπορεί να περιορίζεται στην εγκατάσταση νέων συστημάτων παραγωγής. Χρειάζεται να συνδέεται άρρηκτα με τον πολεοδομικό σχεδιασμό και να λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές χωρικές και κοινωνικές συνθήκες κάθε περιοχής.
Από τις ενεργειακές κοινότητες στην ενεργειακή γειτονιά
Οι ενεργειακές κοινότητες μπορούν να διευρύνουν τη συμμετοχή στην παραγωγή και αξιοποίηση ενέργειας, δημιουργώντας δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ πολιτών, δήμων και άλλων τοπικών φορέων. Η συμβολή τους, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη δημιουργία ενός συλλογικού σχήματος ή την εξασφάλιση μιας κατάλληλης εγκατάστασης. Εξαρτάται και από το πού αναπτύσσονται, ποιες ανάγκες καλύπτουν και πώς κατανέμονται τα οφέλη τους.
Σε μια πυκνοδομημένη γειτονιά, οι περιορισμένες διαθέσιμες επιφάνειες και η κατακερματισμένη ιδιοκτησία μπορεί να δυσχεραίνουν την ανάπτυξη έργων αυτοπαραγωγής. Σε μια περιοχή με παλαιό και ενεργειακά ανεπαρκές κτιριακό απόθεμα, η αναβάθμιση των κτιρίων και η μείωση της κατανάλωσης ενδέχεται να αποτελούν εξίσου κρίσιμες προτεραιότητες.
Η γειτονιά μπορεί, συνεπώς, να αποτελέσει μια ουσιαστική κλίμακα σχεδιασμού, όπου η ενεργειακή παραγωγή, η εξοικονόμηση, οι κοινωνικές ανάγκες και οι δυνατότητες του αστικού χώρου εξετάζονται συνδυαστικά. Αυτό προϋποθέτει συστηματική καταγραφή του κτιριακού αποθέματος, της καταλληλότητας των διαθέσιμων στεγών και των δημοτικών υποδομών, των ενεργειακών αναγκών και των περιορισμών του ηλεκτρικού δικτύου.
Μια τέτοια χωρική αξιολόγηση θα μπορούσε να βοηθήσει τους δήμους να προσδιορίζουν πού προέχει η συλλογική παραγωγή, πού απαιτείται ενεργειακή αναβάθμιση και πού είναι αναγκαίος ο συνδυασμός των δύο. Δεν θα επρόκειτο για μια ενιαία λύση για όλες τις περιοχές, αλλά για μια διαδικασία ιεράρχησης παρεμβάσεων με βάση τα πραγματικά χαρακτηριστικά κάθε γειτονιάς.
Το θεσμικό πλαίσιο και η ετοιμότητα των δήμων
Η ανάγκη αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον υπό το πρίσμα του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. Ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος (Ν. 4936/2022) προβλέπει τα Δημοτικά Σχέδια Μείωσης Εκπομπών, ενώ το πλαίσιο για τις ενεργειακές κοινότητες έχει εξελιχθεί με τον Ν. 5037/2023, ο οποίος εισήγαγε τις Κοινότητες Ανανεώσιμης Ενέργειας και τις Ενεργειακές Κοινότητες Πολιτών.
Τα εργαλεία αυτά δημιουργούν ένα πλαίσιο για τον κλιματικό σχεδιασμό και τη συλλογική συμμετοχή στην ενεργειακή μετάβαση. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς συνδέονται στην πράξη οι δημοτικοί κλιματικοί στόχοι με το κτιριακό απόθεμα, τις ενεργειακές ανάγκες και τις δυνατότητες κάθε γειτονιάς. Η ύπαρξη σχεδίων και θεσμικών δυνατοτήτων δεν απαντά από μόνη της στο ζήτημα του συντονισμού τους με τον πολεοδομικό σχεδιασμό.
Εδώ αναδεικνύεται ο ρόλος των δήμων. Πριν από την αναζήτηση χρηματοδότησης ή την υλοποίηση ενός έργου, απαιτείται να γνωρίζουν ποιες υποδομές είναι κατάλληλες, ποιες ανάγκες πρέπει να καλυφθούν, ποια εμπόδια υπάρχουν και ποιες συνεργασίες είναι αναγκαίες. Η προετοιμασία αυτή προϋποθέτει δεδομένα, τεχνική υποστήριξη, συντονισμό μεταξύ των δημοτικών υπηρεσιών και ουσιαστική συμμετοχή των κατοίκων ποικιλοτρόπως.
Οι δημοτικές στέγες, τα σχολεία, οι λοιπές δημοτικές εγκαταστάσεις καθώς και οι χώροι στάθμευσης θα μπορούσαν να αξιολογούνται ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής, σε συνδυασμό με την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, το αστικό πράσινο και τις παρεμβάσεις βελτίωσης του μικροκλίματος. Παράλληλα, η τεχνική δυνατότητα σύνδεσης στο δίκτυο, η οικονομική βιωσιμότητα και το θεσμικό πλαίσιο παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες για την υλοποίηση κάθε παρέμβασης.
Από τον σχεδιασμό στην εφαρμογή
Ένα πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η πιλοτική εφαρμογή μιας τέτοιας προσέγγισης σε διαφορετικούς τύπους γειτονιών. Η καταγραφή των κτιρίων, των διαθέσιμων υποδομών, της ενεργειακής ζήτησης και των κοινωνικών αναγκών θα μπορούσε να συνδεθεί με τα δημοτικά σχέδια μείωσης εκπομπών, ώστε να προκύπτουν πιο συγκεκριμένες προτεραιότητες για την τοπική ενεργειακή μετάβαση.
Η αξιολόγηση θα μπορούσε να βασίζεται σε μετρήσιμα κριτήρια: τη δυνατότητα κάλυψης μέρους των αναγκών από τοπική παραγωγή, τη μείωση της κατανάλωσης, το κόστος των παρεμβάσεων και την πρόσβαση διαφορετικών ομάδων κατοίκων στα οφέλη. Με αυτόν τον τρόπο, η επιτυχία δεν θα αποτιμάται μόνο με βάση τον αριθμό των έργων ή των ενεργειακών κοινοτήτων, αλλά και με βάση το αποτέλεσμα για την ίδια τη γειτονιά.
Το ζητούμενο δεν είναι να καταστεί κάθε γειτονιά ενεργειακά αυτόνομη. Είναι να αξιοποιούνται οι τοπικές δυνατότητες με τρόπο τεχνικά εφικτό, οικονομικά βιώσιμο και κοινωνικά δίκαιο, σε συνδυασμό με τις ανάγκες του ευρύτερου ηλεκτρικού συστήματος. Γι’ αυτό διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο ο πολεοδομικός σχεδιασμός, διότι μπορεί να προσδώσει αυτή την ολιστική ματιά στο ζήτημα.
Η ενεργειακή μετάβαση θέτει, επομένως, μια ευρύτερη πρόκληση για τις ελληνικές πόλεις: διαθέτουν οι δήμοι τα δεδομένα, τα εργαλεία και τους μηχανισμούς συνεργασίας που απαιτούνται για να οργανώσουν την ενεργειακή μετάβαση σε επίπεδο γειτονιάς;
Η σύνδεση των ενεργειακών κοινοτήτων με τον πολεοδομικό σχεδιασμό μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι μόνο να παράγεται περισσότερη καθαρή ενέργεια, αλλά να σχεδιάζεται το πού, το πώς και προς όφελος ποιων θα πραγματοποιείται η μετάβαση.
Η Κωνσταντίνα – Δέσποινα Αθανασιά είναι πολεοδόμος – χωροτάκτης μηχανικός, σύμβουλος βιώσιμης ανάπτυξης, υποψήφια διδάκτωρ Τμήματος Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης ΑΠΘ.
Πηγή: https://energypress.gr/